• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

«Ἐπείγει ἡ μετάνοια, γιατί ὁ θάνατος ἔχει τὸ δικό του ρολόι». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

E-mail Εκτύπωση PDF

 

«Ἐπείγει ἡ μετάνοια, γιατί ὁ θάνατος ἔχει τὸ δικό του ρολόι». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς


.            […] Αὐτὴ ἡ πράξη, τὸ νὰ ἀποβάλλει κανεὶς τὸ φόρεμα τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ἡ μετάνοια. Προτείνω λοιπόν, σὲ ὅλους, καὶ σὲ ἐμένα καὶ σὲ ἐσένα τὴν μετάνοια. Ἡ μετάνοια νὰ εἶναι ἡ τελευταία μας ἀπασχόληση τὶς τελευταῖες ὧρες μας, πρὶν τὸν θάνατο.
.            Εἴτε λοιπὸν πεθάνουμε αὔριο εἴτε πεθάνουμε μεθαύριο, εἴτε σὲ δέκα ἢ σὲ πενήντα χρόνια, τὸ ἴδιο ἐπείγει ἡ μετάνοια, γιατί εἶναι πολὺ σημαντική. Ἐπειδὴ ὅλες οἱ μέρες μας πάνω στὴν γῆ εἶναι μέρες πρὶν τὸν θάνατό μας. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο οἱ προφῆτες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς πίστεως καὶ τῆς καλοσύνης, ἀκούραστα καλοῦσαν σὲ μετάνοια ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καλοῦσαν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια ἄσχετα μὲ τὴν θέση ποὺ εἶχαν στὴ ζωὴ καὶ ἄσχετα μὲ τὴν ἡλικία. Καλοῦσαν καὶ τοὺς ἡλικιωμένους καὶ τοὺς νέους, καὶ τοὺς ἄρρωστους καὶ τοὺς ὑγιεῖς, καὶ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς ἀδύναμους. Γιατί ὁ θάνατος ἔχει τὸ δικό του ρολόι, τὸ ὁποῖο δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ ρολόι τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ἐμεῖς λέμε γιὰ κάποιον πὼς εἶναι νωρίς, ὁ θάνατος λέει: «ἦρθε ἡ ὥρα». Ὅταν ὅμως λέμε: «ἦρθε ἡ ὥρα», ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «εἶναι νωρίς». Μετὰ τὸν θάνατο δὲν ὑπάρχουν οὔτε δικαιολογίες, οὔτε δυνατότητα μετάνοιας.
.            Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν προφητῶν, ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἦρθε ἀπὸ τὴν ἔρημο, γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς του στὸν κόσμο αὐτό, φώναζε μὲ ὀδύνη: «Μετανοεῖτε»!
.            Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς τῶν βασιλιάδων, ἄνοιξε τὸ θεϊκό Του στόμα γιὰ νὰ διδάξει, κάλεσε τὸν λαὸ σὲ μετάνοια, λέγοντας: «Μετανοεῖτε γιατί πλησιάζει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
.            Τὸ πρῶτο ἀποστολικὸ κήρυγμα, μετὰ τὴν φανέρωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρχιζε μὲ τὰ παρακάτω λόγια: Μετανοεῖτε (Πράξεις Ἀποστόλων β´ 38).
.            Καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὰ ταραγμένα χρόνια τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν μαρτύρων, μέχρι σήμερα τόνιζε καὶ τονίζει, πὼς ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνθρώπινης σωτηρίας.
.            Μετανοεῖτε καὶ πιστέψτε στὸ Εὐαγγέλιο!
.            Ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀκούγεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων: Μετανοεῖτε!
.            Μελετῆστε τὶς ζωὲς τῶν μεγάλων Ἁγίων καὶ Πατέρων τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀνακαλύψετε πὼς στὴν ἀρχὴ τῆς ἁγιότητάς τους μετανόησαν. Χωρὶς μετάνοια δὲν ὑπάρχει χριστιανισμός. Ὅπως τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ χρησιμοποιεῖται γιὰ δυὸ ἀνάγκες: γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὸ ὁ ἀκάθαρτος ἀέρας καὶ νὰ μπεῖ ὁ καθαρός, ἔτσι καὶ μὲ τὴν μετάνοια ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ εἰσέρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα!
.            Οἱ σημαντικότεροι Ἅγιοι ἱστορικά, ἦταν αὐτοὶ ποὺ μετανόησαν εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία γιὰ δεκαέξι χρόνια ἦταν ἡ πιὸ ἀναίσχυντη, ἡ πιὸ ἀκόλαστη γυναίκα τῆς Αἰγύπτου. Μιὰ μέρα ὅμως, στάθηκε μπροστὰ στὸν ναὸ τοῦ Τάφου τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀναλογίστηκε τὴν ζωή της καὶ αἰσθάνθηκε μεγάλη ντροπή. Ἀπὸ τὴν ψυχὴ της βαθιὰ ξεχείλισε μιὰ ἀπέχθεια γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, μιὰ ἀπέχθεια γιὰ τὶς παράλογες ἁμαρτίες της, μιὰ ἀηδία γιὰ ὅλο τὸ παρελθόν της. Ἄνοιξε τὸ «παράθυρο» καὶ φρέσκος ἀέρας εἰσῆλθε στὸ πνιγηρὸ δωμάτιο τῆς ψυχῆς της. Μὲ μιᾶς, ἀνακάλυψε τὴν διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν σαπίλα καὶ στὴ φρεσκάδα, ἐπειδὴ ὅπου ὑπάρχει μόνο σαπίλα, δὲν καταλαβαίνει κανεὶς τὴν διαφορὰ σαπίλας, καὶ φρεσκάδας, καὶ τὸ ἴδιο συμβαίνει ὅπου ὑπάρχει μόνο φρεσκάδα.
.            Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἄρχισε ἡ μετάνοια τῆς μεγάλης ἁμαρτωλῆς, καὶ μαζὶ μὲ τὴν μετάνοια, ἡ πίστης της στὸ Εὐαγγέλιο. Γιατί χωρὶς τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας του ὁ ἄνθρωπος δὲν αἰσθάνεται ἀνάγκη γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὸ νερὸ γιὰ νὰ καθαριστεῖ, τὴ στιγμὴ ποὺ καταλαβαίνει τὴν ἀκαθαρσία τοῦ σώματος, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος μόνον, ὅταν αἰσθανθεῖ πὼς εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀρχίσει νὰ πνίγεται ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ τὴν «ἀκαθαρσία» τῆς ψυχῆς του, μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσει δυνατὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
.            Κάτι παρόμοιο συνέβη καὶ μὲ τὴν ὁσία Ταϊσία καὶ τὴν ὁσία Πελαγία. Καὶ οἱ δύο τους ἦταν γνωστὲς ἁμαρτωλές. Ἡ μετάνοιά τους σὰν τσεκούρι ἔσκισε τὴν ζωή τους. Καὶ οἱ δυό τους μὲ τὴν μετάνοια καθάρισαν τὴν «τσίμπλα» ἀπὸ τὰ πνευματικά τους μάτια καὶ εἶδαν τὴν πραγματικὴ ὄψη τοῦ ἑαυτοῦ τους. Μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν ἔβλεπαν τὸν ἑαυτό τους ὅπως ἦταν πραγματικά. Ἀντίκρισαν τὴν μέχρι τότε ζωή τους μὲ τὴν ἀηδία, τὴν σιχαμάρα, καὶ τὸν τρόμο ποὺ βλέπει ὁ ἄνθρωπος κουλουριασμένα φίδια στὸ κρεβάτι του. Τραντάχτηκαν καὶ μέσα στὴν ἀπελπισία τους ἄρχισαν νὰ «πλένονται» καὶ νὰ «καθαρίζονται» μὲ τὴ νηστεία, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χωρὶς τὸ ὁποῖο κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ «καθαριστεῖ» καὶ νὰ ἁγιαστεῖ, «καθάρισε» καὶ ἁγίασε αὐτὲς τὶς δύο μετανιωμένες ψυχές, ὅπως «καθάρισε» καὶ ἁγίασε καὶ χιλιάδες ἄλλες ψυχές, ποὺ μὲ τὴν μετάνοια ἄνοιξαν τὸ «παράθυρο» καὶ τὸ κάλεσαν νὰ «καθαρίσει» καὶ νὰ ἁγιάσει τὴν ψυχή τους. Ἔργο ἰδιαίτερα προσφιλὲς σ’ Αὐτό.
.            Παρόμοια εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, ἡ ἀνηθικότητα τοῦ ὁποίου τὸν ἔφερε στὰ ὅρια τῆς ἀπελπισίας καὶ στὰ ὅρια τῆς αὐτοκτονίας. Ἐξ αἰτίας τῶν θερμῶν προσευχῶν καὶ τῶν πικρῶν δακρύων τῆς μητέρας του Μόνικας, ὁ Αὐγουστῖνος σώθηκε ἀπὸ τὸν τελικὸ ἀφανισμό. Γιατί στὴν κατάσταση ποὺ ἔφτασε ὁ Αὐγουστῖνος ὁδηγοῦνται πολλοὶ νέοι ἄνθρωποι. Ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἀπελπισία ἔφεραν τὸν Αὐγουστῖνο στὸ χεῖλος μιᾶς τέτοιου εἴδους καταστροφῆς, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει νὰ ἐπιλέξει ἕνα ἀπὸ τὰ δυό, εἴτε μετάνοια, εἴτε τὸ σχοινὶ γιὰ κρέμασμα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ διαβόλου. Γιατί αὐτὸς μὲ τὸ σκοινὶ στὸ χέρι περπατάει γρήγορα πίσω ἀπὸ κάθε ἀκόλαστο καὶ ἀπελπισμένο.
.            Ὁ ὅσιος Αὐγουστῖνος θαρραλέα ἀπομάκρυνε τὸ δαίμονα τῆς ἀκολασίας καὶ τῆς ἀπελπισίας καὶ ἄρχισε νὰ μετανιώνει. Ἀπὸ ἀκόλαστος, μὲ τὸν καιρὸ ἔγινε ἅγιος, ἀπὸ μιαρὸ σκεῦος ἔγινε καθαρὸ σκεῦος, ἀπὸ ἀπελπισμένος ἔγινε ἥρωας, ὁ ὁποῖος ἐνέπνεε καὶ ἐμπνέει τὸν ἡρωισμὸ σὲ πολλὲς ἀπελπισμένες ψυχές.
.            Μὲ τὴν μετάνοια, θαυματουργικὰ γιατρεύτηκε καὶ ὁ ληστὴς Μωυσῆς. Κάποτε, ἀφοῦ διέπραξε πολλοὺς φόνους καὶ ληστεῖες ἐπιτέθηκε μὲ τὴ συμμορία του σὲ ἕνα μοναστήρι. Καὶ ἐνῶ μέχρι τότε ἀσυλλόγιστα ἐπιτίθονταν σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀπὸ τότε ποὺ μετανόησε ἐπιτίθονταν μόνον στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Δηλαδὴ ἄρχισε νὰ τιμωρεῖ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὴν πεῖνα, μὲ τὴν δίψα, μὲ τὴν φυλακή, μὲ τοὺς ραβδισμούς, μὲ τὴν αὐτοκριτική. Μὲ αὐτὴ τὴν αὐστηρὴ μέθοδο καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κατάφερε νὰ ξεφλουδίσει ἀπὸ τὴν ψυχή του, τὸν χοντρὸ φλοιὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φωτίσει τὴν ψυχή του μὲ τὸ πράο καὶ σιωπηλὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
.            Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα πνευματικὸ λουτρὸ στὸ ὁποῖο «καθαρίστηκαν» οἱ πιὸ σημαντικοὶ δημιουργοί, τῶν πιὸ σημαντικῶν ἔργων τῶν χριστιανικῶν λαῶν. Ὅλοι τους ἐξαγνίστηκαν μὲ τὴν μετάνοια καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο μποροῦσαν νὰ βοηθοῦν καὶ ἄλλους νὰ ἐξαγνιστοῦν. Ὅλοι τους ταπεινώθηκαν μέχρι ἐσχάτου σημείου καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἀνυψώθηκαν μέχρι τὰ οὐράνια. Ὁ ἀριθμός τους εἶναι δύσκολο νὰ μετρηθεῖ, ὅπως δύσκολο εἶναι νὰ μετρηθεῖ ἡ μεγαλοσύνη τους. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι θεμελιωμένη πάνω σὲ Ἁγίους ποὺ μετανόησαν, ὅπως τὰ παλάτια εἶναι χτισμένα πάνω σὲ λαξεμένες καὶ ὡραῖες πέτρες.
Ἐσεῖς βέβαια, ἀδελφοί μου, ἴσως πεῖτε, πὼς ἐγὼ ἀναφέρω παραδείγματα μετάνοιας, ποὺ στὶς μέρες μας δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν παράδειγμα. Ἐπίσης ἴσως πεῖτε πὼς ὅλα τὰ παραδείγματα ποὺ ἀναφέρθηκαν ἀνήκουν ὄχι μόνο σὲ παλιότερες ἐποχές, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀπομακρυσμένους λαούς, ποὺ ἔζησαν κάτω ἀπὸ διαφορετικὲς συνθῆκες ζωῆς. Θὰ τὸ τολμήσω ὅμως σὲ αὐτὸ τὸ σχόλιο νὰ ἀπαντήσω ὡς ἑξῆς: Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἄλλαξαν πολὺ οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες. Ἄλλαξε ὁ τρόπος μεταφορᾶς, ὁ τρόπος φωτισμοῦ μέσω τοῦ ρεύματος, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐκδίδονται τὰ βιβλία, ὁ τρόπος ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων, ὁ τρόπος ἐνδυμασίας μας, ὁ τρόπος ποὺ ἐργαζόμαστε, ὁ τρόπος ποὺ πολεμᾶμε. Ὅλα αὐτὰ εἶναι διαφορετικὰ καὶ δὲν εἶναι ἴδια μὲ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε ἡ Μαρία τῆς Αἰγύπτου, οὔτε εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε ὁ Αὐγουστῖνος στὴ Ρώμη. Δύο ὅμως πράγματα, ἀδελφοί μου, δὲν ἄλλαξαν: ὁ Θεὸς καὶ ἡ πορεία πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι σήμερα ἴδιος ὅπως καὶ τότε. Ἡ πορεία πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι σήμερα ἴδια!
.              Ὅπως σήμερα ἐπιθυμεῖ νὰ ταξιδέψει ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὸ Παρίσι δὲν σελώνει τὸ ἄλογο, οὔτε ἑτοιμάζει ἅμαξα ὅπως παλιά. Κάθεται σὲ μιὰ θέση στὸ τρένο καὶ ταξιδεύει. Ὅποιος σήμερα ἐπιθυμεῖ νὰ γράψει ἕνα βιβλίο, δὲν προετοιμάζει τὸ δέρμα τοῦ ἀρνιοῦ γιὰ νὰ τὸ κάνει περγαμηνή, οὔτε χαράζει μὲ μαχαίρι τὰ γράμματα σὲ ξύλο ἢ σὲ πέτρες ὅπως κάποτε. Παίρνει τὸ φτερὸ καὶ τὸ χαρτὶ καὶ γράφει. Ὅποιος ὅμως σήμερα θέλει νὰ ξεμεθύσει ἀπὸ τὸ «μεθύσι» τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀνυψώσει τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό, αὐτὸς πρέπει νὰ περάσει τὶς ἴδιες δυσκολίες τῆς μετάνοιας ποὺ πέρασαν ἡ Ἁγία Μαρία, ὁ Ἅγιος Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι.
 .              Ἂν ἐπίσης νομίζετε, πὼς ἡ διαφορὰ αἵματος καὶ ἡ διαφορὰ λαοῦ κάνει πιὸ εὔκολο ἢ πιὸ δύσκολο τὸν δρόμο γιὰ τὴν σωτηρία, τότε πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι οἱ δικοί σας ἅγιοι, ποὺ ἔχουν τὸ ἴδιο αἷμα καὶ ἀνήκουν στὸν ἴδιο λαὸ μέ σᾶς, ἀνέβηκαν τὸν ἴδιο δρόμο στὴν πορεία τους πρὸς τὸν Θεό, ὅπως καὶ οἱ ἅγιοι ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ἀπὸ τὴν Συρία, ἀπὸ τὴν Ἀρμενία, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τὴν Βουλγαρία, ἀπὸ τὴν Ρωσία.
.              Μπορεῖ νὰ νομίζετε, πὼς τὰ παραδείγματά μου ἴσως εἶναι κάπως παλιὰ γιὰ ἐσᾶς. Ἴσως θὰ πεῖτε πὼς οἱ ἅγιοι στοὺς ὁποίους ἀναφέρθηκα, ἔζησαν τὴν ἐποχὴ τοῦ μεσαίωνα. Θὰ πεῖτε πὼς εἶστε ἄνθρωποι τῆς σύγχρονης ἐποχῆς καὶ δὲν σᾶς εἶναι σαφές, γιατί ἡ μετάνοια σήμερα εἶναι τόσο ἀναγκαία ὅσο ἦταν καὶ στὰ παλαιότερα χρόνια. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἐγὼ θὰ ἀναφέρω παραδείγματα σημερινὰ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν δίπλα μας.
Πρὶν ἀπὸ μερικὲς μέρες μὲ ἐπισκέφτηκε ἕνας ἔμπορος, ποὺ μοῦ εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του τὰ ἑξῆς: «Κληρονόμησα μία ἐμπορικὴ ἐπιχείρηση ἀπὸ τὸν πατέρα μου καὶ ἐπιθυμοῦσα μὲ κάθε τρόπο νὰ τὴν ἐπεκτείνω. Χρησιμοποιοῦσα κάθε τρόπο καὶ κάθε μέσο γιὰ νὰ πετύχω τὸ στόχο μου. Ἐξαπατοῦσα τοὺς ἀνθρώπους, χρησιμοποιοῦσα πλαστὰ χρήματα, ὁρκιζόμουν ψεύτικα τὴν ὥρα ποὺ πουλοῦσα καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἀγόραζα, ἔβαζα μεγάλο τόκο στοὺς ὀφειλέτες μου, ἔκλεβα ἀπὸ τὸν καθένα καὶ ἤμουν τσιγκούνης μὲ ὅλους. Καὶ ὅσο ἐγὼ βυθιζόμουν μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ στὶς ἐμπορικές μου δραστηριότητες, ὁ διάβολος μπῆκε στὸ σπίτι μου ἀπὸ τὴν ἄλλη πόρτα καὶ ἄρχισε νὰ τὸ καταστρέφει συθέμελα. Δηλαδή, ἡ γυναίκα μου παραδόθηκε στὴν ἀκολασία καὶ ὁ μοναχογιός μας, περιφρονώντας καὶ ἐμένα καὶ τὴn μητέρα του, ἔφυγε μακριά, ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι χωρὶς νὰ πεῖ τίποτα. Μιὰ Κυριακή, πρὶν νὰ βραδιάσει, καθόμουν στὸ σπίτι δίπλα στὸ παράθυρο, σκεπτόμενος τὴν δουλειά μου. Τότε ἄκουσα δύο ἀνθρώπους νὰ μιλοῦν, στὸν δρόμο κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρό μου. Ὁ ἕνας ρώτησε τὸν ἄλλο:
— Ποῦ βρισκόμαστε;
Καὶ ό ἄλλος εἶπε:
— Αὐτὸ εἶναι τὸ σπίτι τοῦ τάδε ἐμπόρου.
Ἀκούγοντας τὸ ὄνομά μου εἶπε ὁ πρῶτος:
— Ὁ Θεὸς ἂς συγχωρέσει τὴν ψυχὴ τοῦ τίμιου πατέρα του. Καλύτερα θὰ ἦταν αὐτὸς ὁ ἄσπλαχνος γιός του, νὰ σβήσει ἀπὸ τὴν ταμπέλα τὸ ὄνομα τοῦ τίμιου πατέρα του καὶ νὰ γράψει τὴν ἐπιγραφὴ «Διάβολος καὶ Σία».
.                 Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἂν ἕνας κεραυνὸς χτυποῦσε τὸ σπίτι μου, λιγότερο θὰ μὲ τάραζε ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια. Τὴν ἴδια νύχτα, παρόλο ποὺ ἦταν σκοτάδι καὶ ἔβρεχε, πῆγα στὸν τάφο τοῦ πατέρα μου καὶ ἔμεινα ἐκεῖ μέχρι τὸ ξημέρωμα, κλαίγοντας μὲ λυγμούς. Τὸ πρωὶ ἐγκατέλειψα τὰ πάντα καὶ βρῆκα καταφύγιο σ’ ἕνα ἀπομακρυσμένο μοναστήρι. Ἐκεῖ παρέμεινα μέχρι τώρα, μετανοώντας βαθιὰ μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Σήμερα νιώθω πὼς εἶμαι ἐντελῶς διαφορετικὸς ἄνθρωπος. Βρῆκα τὴν ψυχή μου, τὸν μοναδικό μου θησαυρό. Ἄρχισα νὰ σκέφτομαι καὶ νὰ φροντίζω γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, περισσότερο ἀπὸ καθετὶ ἄλλο στὸν κόσμο».
.                 Αὐτὴ ἡ ἱστορία μὲ ἐξέπληξε γιὰ ἕνα λόγο. Δὲν μὲ ἐξέπληξε ἡ ἱστορία ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ μὲ ἐντυπωσίασαν οἱ ὁμοιότητες ποὺ ἔχει μὲ τὶς ἱστορίες κάποιων μετανοημένων ἀνθρώπων καὶ ἁγίων, ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ δέκα πέντε αἰῶνες.
.                 Μιὰ φορὰ μὲ ἐπισκέφτηκε μία γυναίκα καὶ μὲ κλάματα μοῦ διηγήθηκε τὴν σκοτεινὴ ἱστορία τῆς ζωῆς της. Ἡ ἱστορία της εἶναι τόσο σκοτεινή, ποὺ εἶναι ντροπὴ νὰ τὴν πεῖ κανεὶς στὸ καπηλειό. Πῶς λοιπὸν νὰ τὴν πεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ ναοῦ; Ὅσο αὐτὴ ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες της, στὸn νοῦ μου εἶχα ἱστορίες ἄλλων ἁμαρτωλῶν γυναικῶν ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ παρελθόν. Ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτίες τῆς σύγχρονης ἁμαρτωλῆς γυναίκας ἔμοιαζαν μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν παλαιοτέρων ἁμαρτωλῶν γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ταπεινὴ καὶ ἡ «ἐκ βαθέων» καὶ ἀποφασιστικὴ μετάνοιά της ἔμοιαζε ἐπίσης.
.                 Κάποτε, ὅταν ὑπηρετοῦσα σὲ ἕνα ὀρεινὸ χωριό, θυμᾶμαι πὼς ἦρθε ἕνας μορφωμένος, πολυμαθὴς «ἀνήξερος», νὰ μιλήσει σὲ μία συγκέντρωση τοῦ λαοῦ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ ὑπάρχουν σ’ αὐτὴ τὴν χώρα καὶ ἐκθέτουν συνεχῶς σὲ κίνδυνο τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἠθικὴ τοῦ λαοῦ. Ἀνέλυε τὰ πάντα λεπτομερῶς, ἀλλὰ μιλοῦσε μὲ σκέψεις ἄλλων ἀνθρώπων, χωρὶς νὰ λέει τὴ δική του γνώμη. Ὅταν τελείωσε τὴν ὁμιλία του, οἱ ἄνθρωποι ἔμειναν σιωπηλοὶ σὰν πέτρες. Ὁ ὁμιλητὴς πλησίασε ἕναν σκεφτικό, μέσης ἡλικίας, ἁπλὸ ἄνθρωπο καὶ τὸν ρώτησε ποιὰ εἶναι ἡ γνώμη του γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. Αὐτὸς ἀναστέναξε βαθιὰ καὶ ἀπάντησε:
— Γιατί ρωτᾶς ἐμένα, κύριε; Ἐγὼ εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος στὸν κόσμο καὶ ἐμένα προσωπικὰ δὲν μοῦ χρειάζεται κανένα δικαίωμα, ἐμένα μοῦ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μετάνοια. Δὲν ἔχω δικαίωμα ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἔχω δικαίωμα νὰ ἀναπνέω τὸ θεϊκὸ ὀξυγόνο. Παρατήρησα, πὼς στὴν ὁμιλία σου δὲν τόλμησες νὰ ἀναφέρεις τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πιθανὸν ἀπὸ τὸν φόβο ποὺ ἔχεις ἀπέναντι στὸν Θεό. Ἀκόμη καὶ ἐγὼ ποὺ εἶμαι τόσο ἁμαρτωλός, ἀξίζω περισσότερο νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομά Του.
.                 Λέγοντας αὐτὰ στὸν «πολυμαθῆ» κύριο, αὐτὸς ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος, στὴn συνέχεια ἄρχισε νὰ μιλᾶ στὸν ὑπόλοιπο λαὸ γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς μετάνοιας. Τοὺς εἶπε πὼς ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη κάθε ἀνθρώπου καὶ ὁλόκληρου τοῦ λαοῦ καὶ συνέχισε λέγοντας πὼς οἱ ἄνθρωποι εὔκολα θὰ συμφωνοῦσαν ὅσον ἀφορᾶ στὰ δικαιώματα καὶ θὰ ἔβαζαν σὲ τάξη ὅλα ὅπως πρέπει, στὴν περίπτωση ποὺ μετάνιωναν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ χωριὸ ἄκουσαν τὰ λόγια του μὲ κατάπληξη καὶ τὸν ἐπιδοκίμασαν. Ὁ «ἔξυπνος» κύριος ἐγκατέλειψε τὴν συγκέντρωση μουρμουρίζοντας θυμωμένα καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὰ βουνά μας.
Πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ πῆγαν στὸν πόλεμο γυρίζουν χωρὶς νὰ διδαχτοῦν σχεδὸν τίποτε. Προσωπικὰ γνώρισα ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐξομολογήθηκε πὼς στὸν πόλεμο ἔνιωσε καὶ κατάλαβε τί σημαίνει νὰ ἔχει κανεὶς τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο δὲν εἶχε νιώσει αὐτὸν τὸν φόβο. Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸν πόλεμο στὸ χωριό του ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικός, ἄρχισε νὰ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια καὶ κατόρθωσε νὰ «γιατρέψει» πενήντα σπίτια ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Καὶ τώρα συνεχίζει μὲ μεγάλη προθυμία, νὰ παρακινεῖ ὅλο τὸ χωριό του σὲ μετάνοια καὶ διὰ μέσου τῆς μετάνοιας νὰ τὸ ὁδηγεῖ στὴν ἐξαγνισμένη χριστιανικὴ ζωή. Δὲν πληρώνεται ἀπὸ κανέναν, οὔτε –ἀλίμονο– περιμένει κάποια πληρωμὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἀληθινὴ προθυμία πρὸς τὸν Θεὸ τὸν κινεῖ γιὰ νὰ πράττει αὐτὸ τὸ εὐλογημένο ἔργο. Ὅταν τὸν ρώτησα ποιὰ εἶναι ἡ γνώμη του γιὰ διάφορα θέματα ποὺ σήμερα δημιουργοῦν ἀνησυχία στὴν χώρα μας, αὐτὸς ἀπάντησε μὲ πραότητα: Ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα εἶναι δευτερεύουσας σημασίας καὶ εἶναι ἄλυτα, μέχρι νὰ λυθεῖ ἕνα βασικὸ θέμα καὶ ἐρώτημα. Τὸ βασικὸ θέμα εἶναι ἡ μετάνοια τοῦ λαοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
.             Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, ἀμέτρητα, σύγχρονα παραδείγματα μετανοημένων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀνθρώπων ποὺ ζοῦν στὴν σημερινὴ κοινωνία, τὰ ὁποῖα γνωρίζω προσωπικὰ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσα μέχρι αὔριο νὰ ἀπαριθμῶ. Μοιάζουν ἀπίστευτα μὲ κλασικὰ παραδείγματα ἀνθρώπων ποὺ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διαφύλαξε καὶ τόνισε ὡς σωστὰ παραδείγματα γιὰ τοὺς πιστούς. Ὅπου ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ μετάνοια. Ὅπου ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ὑπάρχει καὶ ἁμαρτία. Ἴδιες εἶναι οἱ ἁμαρτίες καὶ σήμερα, ὅπως ἦταν καὶ πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια, ἴδιο εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες: ἡ μετάνοια! Τὸ φάρμακο –πρῶτο καὶ βασικὸ φάρμακο– γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες εἶναι ἡ μετάνοια! Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πρώτη πνευματικὴ ἰατρική, ποὺ παρέχεται στὸν ἀσθενῆ γιὰ τὴν ἁμαρτία!
.             Σκεφτεῖτε τὸ ἑξῆς: ἡ ἀκαθαρσία στὴν γῆ σήμερα εἶναι ἴδια ὅπως ἦταν καὶ πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια, ἴδιο εἶναι καὶ τὸ νερὸ ποὺ τὴν καθαρίζει. Φανταστεῖτε, λοιπὸν πὼς ταξιδεύετε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ὣς τὸ Βλαδιβοστὸκ στὴν βόρεια ἄκρη τῆς Ρωσίας καὶ πὼς λερώνεστε ἀπὸ τὴν σκόνη. Θὰ πλενόσασταν στὴν Θεσσαλονίκη μὲ νερὸ ἐνῶ στὸ Βλαδιβοστὸκ θὰ πλενόσασταν μὲ πετρέλαιο; Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ σας στὸν σκονισμένο δρόμο, δὲν θὰ πλενόσασταν μὲ νερό; Φυσικὰ μὲ νερό. Τὸ βάδισμα τῆς ἀνθρωπότητας διὰ μέσου τῆς ἱστορίας εἶναι ἕνα μακρινὸ ταξίδι. Σ’ αὐτὸ τὸ μακρινὸ ταξίδι, ἡ ἀνθρωπότητα «λερώνεται» καὶ «σκονίζεται» πάντα μὲ τὴν ἴδια σκόνη καὶ «πλένεται» πάντα μὲ τὸ ἴδιο νερό. Ἡ σκόνη εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ νερὸ εἶναι ἡ μετάνοια.
.             Ἀδελφοί μου, ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία πράξη κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἐπαναστατεῖ στὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπανάσταση τὴν ξεκινᾶ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ μόνος ὅταν συνειδητοποιήσει πὼς ὁ ἐχθρὸς βρίσκεται μέσα του! Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ τὴν αὐταπάτη, πὼς ὅλοι οἱ ἐχθροί του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἴδιο του ἑαυτό, ὣς τότε δὲν ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὅταν ὅμως μία στιγμὴ ἀνοίξουν τὰ ἀνθρώπινα μάτια καὶ ἀναγνωρίσουν πὼς οἱ «κλέφτες» καὶ οἱ «ληστὲς» βρίσκονται μέσα στὴν οἰκία του, τότε ξεχνάει ἐκείνους ποὺ ἐπιτίθενται στὸ σπίτι ἀπ’ ἔξω καὶ χρησιμοποιεῖ ὅλη τὴν δύναμή του νὰ βγάλει ἔξω ἐκείνους ποὺ ἀπρόσκλητοι μπῆκαν μέσα καὶ ἐγκαταστάθηκαν.
.             Θὰ ἦταν ἀστεῖος ἕνας  ἀρχιστράτηγος, ἂν ὑπερασπιζόταν μία πόλη ἔβλεπε ὅτι ὁ ἐχθρὸς μπῆκε μέσα στὴν πόλη ἀπὸ ὑπόγειους διαδρόμους, καμουφλαρισμένος μὲ τὴν στρατιωτικὴ στολὴ τοῦ στρατοῦ του καὶ παρόλα αὐτὰ παρέμενε ἀπαθὴς καὶ συνέχιζε νὰ πυροβολεῖ ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις τῆς πόλης τὸν ἐχθρὸ ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Ἐπειδή, σὲ τί τὸν βοηθᾶ ὅλη ἡ προσπάθεια πού κάνει γιὰ νὰ ἐξοντώσει τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, ἀφοῦ  ἐχθρὸς μὲ μορφὴ φίλου προκαλεῖ τοὺς στρατιῶτες σὲ ἀπειθαρχία, ληστεύει, βάζει φωτιές, σπέρνει τὴν ἀπελπισία; Μήπως σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ ἀρχιστράτηγος πολεμᾶ μὲ τὴν πλευρὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ; Μήπως βλάπτει τὴν ἴδια του τὴν πόλη; Μήπως ἀμύνεται μάταια, νομίζοντας πὼς ὁ θάνατος βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις τῆς πόλης, ἐνῶ ὁ θάνατος ἀνενόχλητα, πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη του, στήνει τὶς κρεμάλες καὶ τοῦ βάζει τὴν θηλιὰ στὸν λαιμό;
Ἔτσι, τὸ ἴδιο ἀπρόσεκτα ἐνεργοῦμε καὶ ἐμεῖς, ὅταν θέλουμε νὰ προστατεύσουμε τὴν ψυχή μας, τὴν μοναδικὴ πολύτιμη πόλη μας. Ἐπειδὴ ὅσο ἐμεῖς δίνουμε μεγάλη ἐξωτερικὴ μάχη, γιὰ νὰ προστατεύσουμε τὴ ζωή μας, τὴν ἴδια ὥρα τὰ μοχθηρὰ πνεύματα ἐσωτερικὰ κλέβουν τὴν ψυχή μας.
.             Τὰ πάθη εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐξαπατοῦν καὶ δηλητηριάζουν τὴν ψυχή μας, τὴν καῖνε. Τὰ πάθη «γκρεμίζουν» ὅλα ὅσα οἱ καλὲς δυνάμεις καὶ οἱ ἀγαθοεργίες χτίζουν στὴν ψυχή μας. Οἱ ἁμαρτίες μας καὶ τὰ ἐγκλήματά μας προκαλοῦν ἀταξία στὴν ψυχή μας, σκοτεινιάζουν τὸ νοῦ μας, γεμίζουν τὴν καρδιά μας μὲ μιὰ συνεχῆ ἀπληστία καὶ δυσαρέσκεια, προκαλοῦν μία «ἀτροφία» τῶν πνευματικῶν μας δυνάμεων. Τὸ τελειωτικὸ ὅμως χτύπημα στὸν ἀγώνα μας γιὰ τὴν σωτηρία τῆς πολύτιμης πόλης, δηλαδὴ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, δίνει τὸ χέρι τῆς ἀπελπισίας, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν πλήρη παράδοσή της. Πράγματι, ἡ ἀπελπισία μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ παραδώσουμε τὴν ψυχή μας στὸν διάβολο! Ἀληθινὴ αὐτοκτονία! Γιατί ἐμεῖς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπελπισίας, σὰν ἀπερίσκεπτοι στρατηγοὶ καταστρέφουμε καὶ παραδίνουμε τὴν «πόλη», τὴν ψυχή μας, τὴν ὁποία ἐμπιστευτικὰ μᾶς παραδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ τὴν φυλάγουμε!
.             Ἀδελφοί μου, ἡ μετάνοια εἶναι ἐκτὸς ἀπὸ ἐπανάσταση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ εἶναι καὶ ἡ ντροπή, ἡ αἰσχύνη ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπέναντι σὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι πιὸ καθαρὸ ἀπ’ αὐτόν. Γιὰ παράδειγμα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει βρώμικα ροῦχα, ντρέπεται μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καθαρὰ ροῦχα. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ποὺ ἔχει βρώμικη ψυχή, ντρέπεται μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καθαρὴ ψυχή. Συχνὰ ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε ποταποὶ καὶ κακοί, ἐπιτιθέμεθα στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει πιὸ καθαρὴ ψυχὴ ἀπὸ ἐμᾶς, στὴ συνέχεια ὅμως κρυφὰ πάντοτε νιώθουμε ντροπὴ ἀπέναντί του. Ἕνας καταδικασμένος στὴ φυλακὴ τοῦ Βελιγραδίου μοῦ εἶπε μία φορά: «Ἐγὼ μισῶ κάθε τίμιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ τὸν ντρέπομαι». Κάποτε ἕνας μορφωμένος ἄνθρωπος, ποὺ ἔγραφε ἐναντίον τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, μοῦ ἐξομολογήθηκε πὼς τὶς στιγμὲς ποὺ ἔμενε μόνος του, τὸν καταλάμβανε μία ἀνεκδιήγητη ντροπὴ ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ντροπή, ἀλλὰ στὴ συνέχεια καὶ φόβος.
.             Πῶς αἰσθάνονταν ἄραγε ὁ ἁμαρτωλοὶ ποὺ βρέθηκαν πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Χριστό;
.             Πόση ντροπὴ ἔκαιγε τὸν τελώνη Ζακχαῖο, ποὺ μὲ ἁμαρτωλὸ τρόπο ἀπέκτησε τὰ πλούτη του, ὅταν ὁ Κύριος ἀπροσδόκητα ἐπισκέφτηκε τὴν οἰκία του; Πόση χαρὰ καὶ πόση ταραχὴ ἀπὸ ντροπὴ θὰ ἔνιωθε ὁ Ζακχαῖος ἐνώπιον τοῦ καθαρότερου Πλάσματος ποὺ πέρασε τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ του! Ἂν καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαίτησε ἀπ’ αὐτὸν καμία θυσία, ὁ Ζακχαῖος παρακινημένος ἀπὸ ἐσωτερικὴ ντροπή, φώναξε: «Κύριε, ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο ὅσα πῆρα μὲ ἀπάτη» (Λουκ. ιθ´ 8).
.             Ἔνιωσαν ἄραγε ντροπή, ἐκεῖνοι ποὺ κοιτώντας μόνον τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἔφεραν μὲ βίαιο τρόπο μπροστὰ στὸν Χριστὸ μία μοιχὸ γυναίκα, ποὺ κατέστρεφε γάμους, γιὰ νὰ τὴν καταδικάσει; Ὁ Ἰησοῦς δὲν τὴν καταδίκασε, ἀλλὰ ἀποφάσισε: «Ὅποιος ἀνάμεσά σας εἶναι ἀναμάρτητος, ἂς ρίξει πρῶτος πέτρα πάνω της» (Ἰωάν. η´ 7)… Αὐτοὶ ὅμως, ὅταν ἄκουσαν τὴν ἀπάντηση, ἄρχισαν μὲ πρώτους τοὺς γεροντότερους νὰ φεύγουν ἕνας ἕνας, μέχρι καὶ τὸν τελευταῖο (Ἰωάν. η´ 9).
.             Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ κάθε ἀνθρώπου μὲ καθαρὴ ψυχή, καῖνε σὰν φωτιὰ τὶς κεφαλὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν καθαρὴ ψυχή. Σκεφτεῖτε πόση ντροπὴ ἔνιωσε ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ποὺ ἔμοιαζε μὲ ξερὸ φύλλο, παρασυρμένο ἀπὸ τὸ δυνατὸ ἄνεμο, ὅταν γεμάτη συγκίνηση πλησίασε τὸν πάναγνο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. «Στάθηκε πίσω κοντὰ στὰ πόδια Του καὶ κλαίγοντας ἔβρεχε μὲ τὰ δάκρυά της τὰ πόδια Του καὶ τὰ σκούπιζε μὲ τὰ μαλλιά της. Τὰ φιλοῦσε καὶ τὰ ἄλειφε μὲ τὸ μύρο» (Λουκ. ζ´ 38).
.             Σκεφτεῖτε πόση ντροπὴ ἔνιωσαν οἱ δοῦλοι, οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν φαρισαίων καὶ τῶν θρησκευτικῶν ἀρχηγῶν τοῦ λαοῦ, ὅταν πῆγαν νὰ συλλάβουν τὸν Ἰησοῦ. Σκεφτεῖτε τὴ ντροπὴ ποὺ ἔνιωσαν μέσα τους, ἐξ αἰτίας τῆς ἀποστολῆς τους, ὅταν βρέθηκαν πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Θεάνθρωπο! Ὅταν ἐπέστεψαν ἄπρακτοι, τοὺς ρώτησαν: «Γιατί δὲν Τὸν φέρατε;» (Ἰωάν. ζ´ 45). Ἡ ἀπάντησή τους ἦταν: «Ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος, ὅπως Αὐτὸς» (Ἰωάν. η´ 46).
.             Θυμηθεῖτε καὶ τὸν Ναθαναήλ, πῶς εἰρωνευόταν ἐκείνους ποὺ τοῦ μιλοῦσαν γιὰ τὸν Μεσσία ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ: «Μπορεῖ ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ νὰ προέλθει κάτι καλό;» Μόλις ὅμως φωτίστηκε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, φώναξε: «Διδάσκαλε! Ἐσὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ!»
.             Θυμηθεῖτε τὴ ντροπὴ ποὺ αἰσθάνθηκε ὁ Πέτρος, ὅταν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς τὸν Διδάσκαλό του! Πῶς λάλησε ὁ πετεινὸς καὶ πῶς ὁ Ἰησοῦς σιωπηλὸς γύρισε καὶ μὲ πραότητα κοίταξε τὸν Πέτρο καὶ «ὁ Πέτρος βγῆκε ἔξω καὶ ἔκλαψε πικρὰ» (Λουκ. κβ´ 62).
.             Σκεφτεῖτε τί εἶπε ὁ ἕνας κακοῦργος, ποὺ ἦταν κρεμασμένος στὸν σταυρό, στὸν ἄλλο: «Οὔτε τὸν Θεὸ δὲν φοβᾶσαι ἐσύ;» (Λουκ. κγ´ 40). Εἶναι δύσκολο στὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, νὰ βροῦμε τέτοια συζήτηση ἀνάμεσα σὲ τρεῖς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ συζήτηση ἔγινε στὸν Γολγοθᾶ, στὸν σταυρό, ἀνάμεσα σὲ τρεῖς ἀνθρώπους ποὺ ὑπέφεραν θανατηφόρα μαρτύρια. Οἱ τρεῖς τους ἀντιπροσώπευαν τρεῖς διαφορετικοὺς κόσμους: τὸν Ἅδη, τὸν Οὐρανό, τὴν Γῆ. Ποτέ, μὰ ποτὲ μὲ λιγότερα λόγια δὲν εἰπώθηκαν περισσότερα.
.             Θυμηθεῖτε αὐτὰ ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἀνάλογα παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἂς βιαστεῖτε καὶ ἐσεῖς νὰ νιώσετε ντροπὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σας, μπροστὰ ἀπὸ τὸν Κύριο Δημιουργὸ καὶ νὰ μετανιώσετε γιὰ κάθε κακὸ ποὺ πράξατε. Ἐπειδὴ πραγματικὰ σᾶς λέω: ὅπως ὁ Χριστὸς ὁλοζώντανος στεκόταν πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ναθαναήλ, ἔτσι στέκεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ μπροστά σας μὲ ἀμέτρητα μεγαλύτερη δόξα, λάμψη καὶ δύναμη. Ἂν θὰ μπορούσατε νὰ Τὸν δεῖτε, γρήγορα θὰ ντρεπόσασταν. Ἄχ, μακάρι νὰ μπορούσατε νὰ Τὸν δεῖτε! Ἡ διαφορὰ τότε μὲ σήμερα εἶναι πὼς οἱ ἁμαρτωλοὶ τότε, πρῶτα ἔβλεπαν τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ στὴ συνέχεια ντρέπονταν καὶ μετάνιωναν, ἐνῶ ἐμεῖς σήμερα πρέπει πρῶτα νὰ νιώσουμε ντροπὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ μετανιώσουμε, γιὰ νὰ δοῦμε τὸ πρόσωπό Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι κοντὰ στὸν καθένα ἀπὸ ἐσᾶς, εἶναι πιὸ κοντὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀέρα ποὺ εἰσέρχεται στοὺς πνεύμονές σας, εἶναι πιὸ κοντὰ καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα στὴν καρδιά σας. Σταθεῖτε μπροστά Του ἔχοντας ντροπὴ καὶ «ξεπλύνετε» τὴν ψυχή σας μὲ μετάνοια καὶ θὰ τὸν δεῖτε!

(συνεχίζεται…)

 

«Ὁμιλίες καὶ Μελέτη γιὰ τὰ σύμβολα καὶ σημεῖα»,
ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”,
Θεσ/νίκη 2014, σελ. 67 ἑπ.
Ἠλ. στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Πηγή: https://christianvivliografia.wordpress.com

 


Add this to your website
Βρίσκεσθε εδώ: Πατερικά Κείμενα «Ἐπείγει ἡ μετάνοια, γιατί ὁ θάνατος ἔχει τὸ δικό του ρολόι». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)