• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

«Τά ἑορταστικά διηγήματα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη: ἡ περίπτωση τοῦ Ἀμερικάνου» / Βασιλική Λαμπροπούλου, φιλόλογος

E-mail Εκτύπωση PDF

 


Ἡ κ.  κυρία Βασ. Λαμπροπούλου εἶναι γενική γραμματέας τῆς Ἑταιρείας Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν. Ἡ ὁμιλία πού εὐγενῶς μᾶς παραχώρησε να δημοσιευτεῖ στήν ἱστοσελιδα μας πραγματοποιήθηκε στις 15/ 12/ 2014 στἠ Βιβλιοθήκη Ἀγίας Παρασκευῆς στο διήμερο πού ἔγινε για τον Ἀλέξ. Παπαδιαμάντη. Ψυχή τῶν πολύ ἐπιτυχημένων ἐκδηλώσεων ἦταν ἡ Πρόεδρος τῆς Βιβλιοθήκης κ. Τερψιχὀρη Γκιόκα.

Δεῖτε τό κείμενο καί τήν ἐφήγηση τοῦ Ἀμερικάνου ἐδῶ> Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ / ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ (Κείμενο, ἀφήγηση)

Στό κέντρο ἡ Πρόεδρος τῆς Βιβλιοθήκης κ. Τερψιχὀρη Γκιόκα, Θεολόγος καί μέ Σπουδές στό Θέατρο καί στά δεξιά τῆς ἡ κ.  Βασιλική Λαμπροπούλου, τήν ὁποία καί εὐχαριστοῦμε γιά τήν παραχώρηση τῆς ὁμιλίας της.

 

Ἀκολουθεὶ ἡ ὁμιλία...

 

 


Κυρίες καὶ κύριοι, ἀγαπητοὶ φίλοι. Βρίσκομαι ἀπόψε ἀνάμεσά σας γιὰ νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἄρτια διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὡς ἔξοχο δεῖγμα τῆς γραφίδας ἑνὸς ἀπαράμιλλου τεχνίτη τῆς μικρῆς φόρμας τοῦ διηγήματος, ὁ «Ἀμερικάνος» θεωρεῖται κλασικὸ πλέον ἔργο. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι κλασικὸ εἶναι ἐν τέλει αὐτὸ ποὺ ἀνταποκρίνεται στὴν εὐαισθησία μας. Τὰ κεντρικὰ θέματα, οἱ θεμελιώδεις ἄξονες ποὺ διατρέχουν τὸ διήγημα, ἀποκτοῦν ἐμβληματικὴ διάσταση.
Ἡ πρώτη δημοσίευση τοῦ «Ἀμερικάνου» ἔγινε στὴν ἐφημερίδα Τὸ Ἄστυ, στὶς 25-26 Δεκεμβρίου 1891, μὲ τὴν ὑπογραφὴ Α. Παπαδιαμάντης. Ὁ ἴδιος μνημονεύει τὸ διήγημα στὸ Αὐτοβιβλιογραφικό του σημείωμα. Ἡ πρώτη ἀναδημοσίευση σὲ τόμο ἔγινε ἕναν μόλις χρόνο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συγγραφέα, ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Φέξη. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὸ Ἀπάνθισμα διηγημάτων Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (Ἐκδόσεις Δόμος, 2001), ὁ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐπιμελήθηκε τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων Παπαδιαμάντη, ἐπέλεξε νὰ περιλάβει δεύτερο στὴ σειρὰ (σύμφωνα μὲ τὴ χρονολογία τῆς πρώτης δημοσίευσης) τὸν «Ἀμερικάνο». Τὸ Ἀπάνθισμα αὐτὸ θεωρεῖται ἰδιαίτερα σημαντικό, καθὼς διορθώνει κάποια ἀβλεπτήματα τῆς κριτικῆς ἔκδοσης τῶν Ἁπάντων.
Ὁ «Ἀμερικάνος» φέρει τὸν ὑπότιτλο «Χριστουγεννιάτικον διήγημα». Τὸ πρῶτο διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, «Τὸ Χριστόψωμο», ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 1887 στὴν ἐφημερίδα Ἐφημερίς, ἐγκαινιάζει τὴ δημοσίευση πρωτότυπων χριστουγεννιάτικων καὶ πασχαλινῶν διηγημάτων. Τὸ «Χριστόψωμο» εἶναι μὲν χριστουγεννιάτικο διήγημα, ἀλλὰ ἐλάχιστα ἑορτάσιμο. Ἡ κακὴ πεθερά, στὴν προσπάθειά της νὰ φαρμακώσει τὴ νύφη της, σκοτώνει κατὰ λάθος τὸν ἴδιο τὸν γιό της. Τὰ χριστουγεννιάτικα διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη σπάνια προξενοῦν αἰσθήματα εὐφορίας, ἐνῶ πολλὲς φορὲς ἡ σχέση τους μὲ τὴν περίοδο τῶν ἑορτῶν δηλώνεται μόνον μὲ χρονικοὺς προσδιορισμούς, ὅπως: «ἐξημέρωναν Χριστούγεννα» ἢ «τῇ Κυριακῇ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν». Ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς ἔχει βεβαίως χαρίσει ποιητικότατα ἑορταστικὰ διηγήματα, ὅπως τὸ ἀνυπέρβλητο «Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ». Ὡστόσο, ὣς μεγάλος δημιουργός, δὲν διστάζει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ νόρμα τοῦ χαρμόσυνου ἑορταστικοῦ διηγήματος. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ συγγραφέας δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν κόσμο τῆς ἐπιφάνειας, ἀλλὰ γιὰ τὰ πάθη καὶ τὰ παθήματα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅπως ἀναδύονται ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἐμπειρία τοῦ βίου.
Ὅπως παρατηρεῖ στὸ περίφημο προοίμιο τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος Ψάλτης» ἀναφερόμενος στὴ θεματικὴ τῶν ἑορτασίμων διηγημάτων του, γίνεται συχνὰ λόγος γιὰ ξενιτεμένους ποὺ ἐπιστρέφουν μετὰ ἀπὸ χρόνια ἢ στέλνουν γράμματα στοὺς δικούς τους, καθὼς τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἡ νοσταλγία κεντᾶ ὀδυνηρὰ τὴν ψυχή. Στὰ διηγήματα αὐτὰ ὑπάρχει ὁ πληθυσμὸς τῆς ξενιτείας ἢ τῆς περιπλάνησης, ἀλλὰ καὶ ὅσοι παραμένουν στὴν κλειστὴ κοινωνία τοῦ νησιοῦ, οἱ ὁποῖοι τελοῦν εἴτε σὲ μιὰ κατάσταση ἀναμονῆς καὶ προσδοκίας τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐξορίστων εἴτε σὲ κατάσταση λήθης καὶ ἀπελπισίας.
Στὸν «Ἀμερικάνο» ὁ ἥρωας εἶναι ἕνας μετανάστης ποὺ ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ στὸ νησί του μετά ἀπὸ εἰκοσιπέντε χρόνια. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη πολλοὶ Ἕλληνες ἐγκατέλειπαν τὴν Ἑλλάδα σὲ ἀναζήτηση ἑνὸς καλύτερου μέλλοντος. «Μὰ ὣς πόσος κόσμος χάνεται, ὣς τόσο, καὶ στὴν Ἀμέρικα!», θὰ ἀναφωνήσει ὁ ἀχθοφόρος ποὺ μᾶς διηγεῖται τὴν ἱστορία τοῦ πρωταγωνιστῆ. Στὶς μέρες μας οἱ πολυπληθέστερες κοινότητες τῆς ἑλληνικῆς ὁμογένειας βρίσκονται στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, στὴ Γερμανία καὶ στὴν Αὐστραλία. Σήμερα περὶ τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια Ἑλλήνων διαβιοῦν πέραν τῶν ὁρίων τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Ἄλλη μιά, δηλαδή, ἂν ὄχι μεγαλύτερη ἀριθμητικά, Ἑλλάδα. Μὲ τὸ σύγχρονο ρεῦμα τῆς μετανάστευσης ποὺ προκαλοῦν οἱ οἰκονομικὲς συνθῆκες στὴ χώρα μας, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ λόγος τοῦ Παπαδιαμάντη γιὰ τὴν ξενιτειὰ ἀφορᾶ καὶ τὸ δικό μας παρόν. Ὅπως σημειώνει ὁ Ἐλύτης στὸ βιβλίο του γιὰ τὸν Σκιαθίτη, τὸ παρελθὸν κάποτε μᾶς αἰφνιδιάζει μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐπικαιρότητάς του.
    Στὸν «Ἀμερικάνο» τὸ θέμα τῆς μετανάστευσης ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποξένωση τῶν ἀνθρώπων ἀνάγονται σὲ μείζονα ζητήματα. Ὁ ἥρωας εἶναι ἕνας Σκιαθίτης μετανάστης ποὺ ἔζησε στὴν Ἀμερικὴ εἰκοσιπέντε χρόνια. Ξεχασμένος ἀπ’ ὅλους, ἐπιστρέφει στὸ νησί του χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ γνωρίζει, χωρὶς κανεὶς νὰ τὸν περιμένει. Ξέρει ὅτι οἱ γονεῖς του εἶναι ἀπὸ χρόνια νεκροί. Ὁ ἀρραβώνας του μὲ μιὰ κοπέλα τοῦ νησιοῦ ἔχει πλέον ξεχαστεῖ, καθὼς ἀπὸ δεκαετίας ἔχουν πάψει καὶ νὰ ἀλληλογραφοῦν. Τί νὰ ζητᾶ λοιπὸν ὅταν, ξένος κι ἄγνωστος σὲ ὅλους, φτάνει παραμονὲς Χριστουγέννων καὶ κινεῖται σὰν σκιὰ ἀνάμεσα στοὺς ἀγαθοὺς κατοίκους τῆς πολίχνης;
    Τὸ διήγημα ξεκινᾶ μὲ τὴν περιγραφὴ μιᾶς σκηνῆς τρικυμίας, μὲ τὴν ὁποία ὁ Παπαδιαμάντης παρομοιάζει τὴν ἔντονη κίνηση καὶ τὴ φασαρία τοῦ οἰνοπαντοπωλείου ὅπου τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων εἰσέρχεται διστακτικὰ ὁ ξένος. Ἡ τρικυμία ἀνταποκρίνεται μὲ τρόπο παραστατικὸ στὴν ἀναστάτωση καὶ τὴν ἀγωνία τῆς ψυχῆς του. Ὁ ἔντονος θόρυβος ἐπικρατεῖ καὶ στὸ δεύτερο μαγαζὶ στὸ ὁποῖο μπαίνει, ὅπου ἡ παρέα τριῶν μεθυσμένων ἀχθοφόρων τραγουδᾶ μεγαλοφώνως εὔθυμα ἄσματα. «Ἐν ὀρχηστικῷ θορύβῳ, ἐν φωναῖς καὶ ἀλαλαγμῷ». Εἶναι λοιπὸν ἔντονη ἡ ἀντίθεση μὲ τὴ σιωπὴ τοῦ ξένου, τὴ σιωπὴ ποὺ γίνεται σημάδι καὶ σύμβολο τοῦ ἐσωτερικοῦ του φόβου γιὰ τὸ ἄγνωστο, τὸ ἀνοίκειο. Σύμβολο αὐτοῦ τοῦ φόβου γίνεται ἐπίσης τὸ σκοτάδι, σύμμαχος τῆς σιωπῆς. Ὁ ξένος «πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου ἠρνήθη ν’ ἀποβιβασθῇ εἰς τὴν πολίχνην», βγαίνει τὴ νύχτα, ἐν κρυπτῷ. Ὁ συγγραφέας ἐπισημαίνει ὅτι λόγῳ τῆς μακρᾶς παραμονῆς στὸν ξένο τόπο «Ἐφαίνετο ἀποκτήσας οἱονεὶ ἐπίχρισμα ἐπὶ τοῦ προσώπου, ὡς προσωπίδα τινὰ […] ὑφ’ ἣν ἐλάνθανε κρυπτομένη ἡ ἀληθὴς καταγωγή του». Αὐτὴ ἡ προσωπίδα καλύπτει, κρύβει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο καὶ λειτουργεῖ ὡς σύμβολο τῆς ἑτερότητας. Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι, στὸν «Λαμπριάτικο ψάλτη» πάλι, ὁ Παπαδιαμάντης σημειώνει: «…πολλοὶ ξενιτευμένοι, ἐνῶ συνήθως φαίνονται ψυχροὶ καὶ ἀπεσκληρυμμένοι τὸν φλοιόν, αἴφνης ἐνθυμοῦνται τοὺς οἰκείους των». Αὐτὴ ἡ σκλήρυνση, ἡ ἀπόκρυψη τοῦ προσώπου, μπορεῖ νὰ ἀπαλειφθεῖ μόνο μὲ τὴν ἀγάπη, ποὺ δύναται νὰ φαιδρύνει τὴν προσωπίδα καὶ νὰ ζεστάνει τὴν ψυχή: «ἀκτὶς εὐτυχίας, διαπεράσασα τὸ ἐπίχρισμα ἐκεῖνο καὶ τὴν οἱονεὶ προσωπίδα, περὶ ἧς εἴπομεν ἐν ἀρχῇ ἠγλάισε τὸ πρόσωπόν του».
    Τὸ ἀνοίκειο δηλώνεται ἀκόμη μὲ τὴ δυσκολία κατανόησης τῆς γλώσσας, ποὺ παρουσιάζεται μὲν μὲ διαλόγους κάπως κωμικούς, ὡστόσο παραπέμπει σὲ ἀγωνία καὶ φόβο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ διαφορετικὸ νόμισμα, μὲ τὸ ὁποῖο πληρώνει ὁ νεοφερμένος. Σὰν ἐπωδὸς-σύμβολο ἐπανέρχεται ἡ φράση: «Δὲν γνωρίζω τοῦ τόπου μονέδα ἐγώ». Τὸ διαφορετικὸ τρομάζει, ὅπως φαίνεται καὶ στὴν ἀντίδραση τῶν παιδιῶν ποὺ λένε τὰ κάλαντα, ὅταν τὰ πλησιάζει ὁ ξένος: «Τὰ παιδία […] ἐξαφνίσθησαν, καὶ τὸ ἓν […] ἀφῆκε μικρὰν κραυγήν, ἐνῷ τὸ ἄλλο […] ἐτρέπετο εἰς φυγήν».

«Ἐπειδὴ τὸ ἀδοκίμαστο καὶ τὸ ἀπ’ ἀλλοῦ φερμένο 
  Δὲν τ’ ἀντέχουν οἱ ἄνθρωποι»

ὅπως λέει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης στὸ «Μονόγραμμα». Συγχωρῆστε με ποὺ μιλῶ μὲ στίχους ποιητῶν, μὰ μιλῶ γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος συνδιαλέχθηκε μαζί τους ὡς ἕνας ἐξ αὐτῶν. Ὁ Γ. Σεφέρης στὸ Μυθιστόρημα, Δ’, στ. 5, γράφει:

«τὸν ξένο καὶ τὸν ἐχθρὸ τὸν εἴδαμε στὸν καθρέφτη»,

δηλαδὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Ξένοι πρὸς τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους γινόμαστε κατ’ οὐσίαν λόγῳ τῆς ἰδιοτέλειας ἢ τοῦ μίσους. Ὁ Παπαδιαμάντης φθάνει μὲ ἁπλὰ λόγια στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κόσμου τῆς ὀδύνης ἐνοικοῦμε ἅπαντες ὡς παρεπίδημοι. Ὁ κόσμος μας γίνεται κόσμος τῆς ξενιτείας ἢ τῆς ἐξορίας. Ἡ ξενιτεία καὶ ἡ μοναξιά, ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν συνάνθρωπο, παρουσιάζονται ὡς σύμβολα τῆς ἀπώλειας τῆς ἐπαφῆς μὲ τὴν ἐσώτερη οὐσία μας, μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας.
    Τὸ στοιχεῖο ποὺ ἐπανέρχεται στὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι αὐτὸ τῆς ἀντίθεσης: εὐτυχίας καὶ δυστυχίας, ἄγνοιας καὶ γνώσης, ζωῆς καὶ θανάτου, πίστης καὶ ὀρθολογικοῦ ρεαλισμοῦ. Ἐδῶ καταδεικνύεται ἡ δεξιοτεχνία τοῦ συγγραφέα: Στὸν «Ἀμερικάνο» ἐντοπίζονται εὐκρινῶς ἀντιθετικὰ ζεύγη χαρακτήρων καὶ καταστάσεων ποὺ ὑπαινίσσονται ἀμφισημία καὶ στὴν ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας. Μέσα ἀπὸ ὅλες τὶς ἀντιθέσεις, ἡ ἔκβαση δὲν προοικονομεῖται μὲ σαφήνεια. Πιὸ συγκεκριμένα:
Στὸν καταστηματάρχη τῆς πρώτης ταβέρνας ποὺ μπαίνει ὁ ξένος, ὁ ὁποῖος «ἐκέρνα νοθευμένα τοὺς πελάτας, ἐπώλει ξίκικα εἰς τοὺς ἀγοραστὰς» (2.257.13-14) ἀντιπαρατίθεται ὁ ἔντιμος ἰδιοκτήτης τῆς δεύτερης ταβέρνας, ποὺ «δὲν τοῦ ἐσυγχώρει ἡ συνείδησις νὰ δολιευθῇ τὸν πελάτην» (2.265.14-15). Τὰ παιδιὰ ποὺ τραγουδοῦν τὰ χριστουγεννιάτικα κάλαντα διώχνονται ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Μελαχρῶς, τῆς παλαιᾶς ἀρραβωνιαστικιᾶς τοῦ Ἀμερικάνου, ἀλλὰ ἀργότερα προσκαλοῦνται ἐνθέρμως γιὰ τὰ πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, κλείνοντας ἀριστουργηματικὰ ἕναν συμβολικὸ κύκλο. Στὴν εἰκόνα τῆς θλιμμένης κοπέλας ποὺ τραγουδᾶ τὸ μελαγχολικὸ τραγούδι γιὰ τὸν ξενιτεμένο δημιουργεῖ ζωηρὴ ἀντίθεση τὸ ἄσεμνο τραγούδι τοῦ μεθυσμένου ἀχθοφόρου. Αὐτὴ ἡ θορυβώδης παρέα τῶν τριῶν ἀχθοφόρων τοῦ λιμανιοῦ ἀντιπαρατίθεται στοὺς εὐσεβεῖς κατοίκους τῆς πόλης τῆς Σκιάθου, ποὺ κοιμοῦνται ἥσυχα καὶ «θὰ σηκωθοῦν τὶς δυὸ ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα νὰ πᾶν στὴν ἐκκλησιά» (2.271.24-25).
Τὸ εὔθυμο στοιχεῖο παίζει σημαντικὸ ρόλο στὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὁ Στέφανος Δάφνης σὲ σχετικὸ ἄρθρο του σημειώνει ὅτι «δὲν μπορεῖ νὰ γείνῃ λογοτεχνικὸ ἔργο δυνατό, ἄξιο νὰ νικήσῃ τὸ χρόνο, χωρὶς μιὰν ἀχτίδα εὐτυχίας στὶς σελίδες του. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ ὑποφέρῃ τὸ ἀπόλυτο σκοτάδι»). Στὸν «Ἀμερικάνο» τὸ χιοῦμορ συντελεῖ στὴν ἀποκλιμάκωση τῆς ἔντασης καὶ τῆς ἀγωνίας. Στὴν περίπτωση τοῦ ἄσεμνου λαϊκοῦ ἄσματος, οἱ στίχοι μᾶς προϊδεάζουν γιὰ τὴν κατάσταση, ἀναφέρονται ὑπαινικτικὰ σὲ αὐτήν:

«Ἔβγα νὰ ἰδῇς, ἔβγα νὰ ἰδῇς,
  σκύλα, κορμὶ ποὺ τυραγνεῖς».

Μὲ τρόπο κωμικὸ κι εὔθυμο σηματοδοτοῦν τὰ ἐπισυμβαίνοντα, παραπέμπουν στὴ βάσανο τοῦ ἔρωτα, σὲ ἐρωτικὴ ἱστορία. Τὸ χιοῦμορ βρίσκεται σὲ μικρὲς λεπτομέρειες, σὲ λεπτὲς ἀποχρώσεις, σὲ ἀδιόρατες κινήσεις, περνᾶ σὰν ἐλαφρὺ ἀεράκι πάνω καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ δραματικὲς σκηνές, προσφέροντας παραμυθία.
    Στὸν οἰκτίρμονα κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν εἶναι τυχαῖο ἐπίσης ὅτι τὸν ξένο πρῶτος ἀναγνωρίζει ὁ ἕνας ἀπὸ τὴν «τριμελῆ φαιδρὰ συντεχνίαν», ἀπὸ τὴν παρέα τῶν μεθυσμένων ποὺ τραγουδοῦν ἀτάκτως, ὁ ἀχθοφόρος «ὁ γυμνόστερνος καὶ γυμνόπους». Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτήρας ποὺ ἔχει τὴ σημαντικότερη λειτουργία στὴ δράση, ὁ ἄγγελος καλῶν εἰδήσεων. Ἀκριβῶς οἱ ταπεινοὶ καὶ περιφρονημένοι ἔχουν τὸν πιὸ σημαντικὸ ρόλο στὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο. Ἂς τὸ κρατήσουμε αὐτό. Καὶ ἂς θυμηθοῦμε τοὺς ἁγίους σαλούς, τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς.
Ὁ Παπαδιαμάντης τονίζει ὅτι ὅσα διηγεῖται βασίζονται σὲ πραγματικὲς ἱστορίες, καθὼς εἶναι γνωστὸς ὁ καημὸς τῆς ξενιτιᾶς σὲ ὅλους τοὺς ναυτικοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδας. Ἄραγε εἶναι πραγματικὰ καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀναφέρονται στὸ διήγημα ποὺ ἐξετάζουμε;
Ὁ Ἰω. Ν. Φραγκούλας στὸ ἔργο του Παπαδιαμαντικὴ Σκιαθίτικη Προσωπογραφία, Ἐκδόσεις Ὧρες, Βόλος 1996, ὅπου γίνεται ἡ ταυτοποίηση τῶν προσώπων ποὺ ἀναφέρονται στὰ σκιαθίτικα διηγήματα (μὲ παραλλαγμένα βεβαίως τὰ ὀνόματά τους), δὲν ἀναφέρει τοὺς πρωταγωνιστὲς τοῦ «Ἀμερικάνου». Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιο μὲ τοὺς δευτερεύοντες χαρακτῆρες τῆς διήγησης. Ἔτσι, στὸ πρόσωπο τοῦ καταστηματάρχη τῆς πρώτης ταβέρνας ποὺ μπαίνει ὁ ξένος, τοῦ Δημήτρη τοῦ Μπέρδε, ὁ Φραγκούλας ἀναγνωρίζει τὸν Δημήτρη Ἰω. Μπεκιάρη (1866-1937), ὁ ὁποῖος ἦταν ναυτικός, ἔπειτα ἔγινε καφετζὴς καὶ ἐπιπλέον διατηροῦσε τὴ θέση τοῦ φαροφύλακα. Ἐπίσης, στὸ πρόσωπο τοῦ ἰδιοκτήτη τῆς δεύτερης ταβέρνας, τοῦ μπάρμπ’ Ἀναγνώστη, ὁ Φραγκούλας ἀναγνωρίζει τὸν καφετζὴ Ἀναγνώστη Σ. Τζανιάκο (1830-1895). Ὁ καπετὰν Ἀναστάσης, ὁ ὁποῖος ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὶς φωνὲς καὶ τὰ εὔθυμα τραγούδια τῆς θορυβώδους παρέας τῶν τριῶν ἀχθοφόρων ποὺ γλεντοῦν στὸ μαγαζί, δὲν εἶναι παρὰ ὁ μεγαλοπλοίαρχος Γεώργιος Ἰω. Ραφτάκης (†1872), ποὺ ἐκλέχθηκε δήμαρχος Σκιάθου (1855-1859) καὶ ἦταν ἰδιοκτήτης τοῦ σπιτιοῦ, στὸ ἰσόγειο τοῦ ὁποίου στεγαζόταν τὸ καφενεῖο τοῦ προαναφερθέντος Τζανιάκου. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι πιστὸς στὴν ἀπόδοση πραγματικῶν χαρακτήρων, μεταπλάθοντας λογοτεχνικὰ τὰ γεγονότα μὲ τὸν δικό του ἀπαράμιλλο τρόπο.
Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ «Ἀμερικάνος», τὸ μικρὸ αὐτὸ ἀριστούργημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐπηρέασε δημιουργικὰ νεώτερους διηγηματογράφους. Ἤδη τὸ 1964 ἡ Νίνα Δημητριάδου δημοσιεύει ὁμώνυμο διήγημα, τὸ ὁποῖο διαλέγεται ἀπευθείας μὲ τὸ παπαδιαμαντικό. Στὸ ἴδιο πλαίσιο δανείζει τὸν τίτλο του σὲ σύγχρονο διήγημα τοῦ Ἠλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ὁ ὀβολὸς καὶ ἄλλα διηγήματα. Σὲ ἕνα ἐνδιαφέρον παράδειγμα διακειμενικῆς συνομιλίας μὲ τὸν Σκιαθίτη, ὁ Παπαδημητρακόπουλος, ὁ ὁποῖος ὡς διηγηματογράφος εἶναι λάτρης τῆς μινιμαλιστικῆς ἔκφρασης, παρουσιάζει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ξενιτεμένου ἀπὸ μιὰ ἐντελῶς διαφορετικὴ σκοπιά. Ὁ ἐπανακάμψας μετανάστης δὲν ἔχει καταφέρει νὰ πλουτίσει, ὡστόσο φέρνει μαζί του, ἐπιστρέφοντας στὸ φτωχικό του σπίτι τὸ 1937 «ἕνα περίεργο ξύλινο καφὲ κουτί, μακρύστενο, μὲ πολλὰ κουμπιὰ καὶ μιὰ χοντρὴ βελόνα κάτω ἀπὸ μιὰ γυάλινη ἐπιφάνεια», (ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ραδιόφωνο), τὸ ὁποῖο προκαλεῖ ἀπορία καὶ θαυμασμὸ στοὺς ἀνθρώπους τοῦ χωριοῦ, ἀλλὰ τελικὰ ἐκρήγνυται μὲ τρόπο κωμικὸ μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια τους. Ἡ ἱστορία ἔχει θλιβερὴ κατάληξη, καθὼς ὁ νεοφερμένος πεθαίνει τελικὰ μόνος κατὰ τὴν περίοδο τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς.
    Ἂς ἔρθουμε ὅμως πάλι στὸν μυστηριώδη ἥρωα τοῦ Παπαδιαμάντη. Μέσα στὸ σκοτάδι, σὰν σκιά, μπαίνει δειλὰ σὲ ἕνα χάλασμα, «ὅπου εἰς τὴν γωνίαν τῶν δύο τοίχων ἐφαίνετο κόγχη τις μαυρισμένη, ὡς νὰ ὑπῆρχεν ἑστία ἐκεῖ τὸ πάλαι». Ἐκεῖ μπροστά, γονατιστός, δακρύζει. Προσέρχεται στὸ ἐρείπιο «εἰς εὐλαβῆ ἐπίσκεψιν». Προσκυνᾶ, δηλαδή, τὴν ἑστία τῆς πατρώας οἰκίας του, ποὺ πλέον δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνο «ἕνα μαῦρο βαθούλωμα στὴ γωνιὰ ποὺ ἦτον ἕναν καιρὸ ἡ παραστιά τους». Ζητεῖ νὰ βρεῖ τὰ ἱερὰ ποὺ ἐγκατέλειψε κι ἔχασε, ὅπως μιὰ ψυχὴ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴ χαμένη της ὑπόσταση. Τὸ ταξίδι τοῦ Ἀμερικάνου μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ καὶ ὡς ταξίδι συμβολικό, πρὸς τὸν ἑαυτό μας, πρὸς τὴ βαθύτερη οὐσία μας. Ἄραγε αὐτός, ὁ ἀνέστιος καὶ ἀπὸ χρόνια περιπλανώμενος, σὰν κολασμένος ποὺ ζητεῖ τὴ λύτρωση, θὰ καταφέρει νὰ ἐπαναπατρισθεῖ; Παίρνει τὴν ἄφεση, μέσα ἀπὸ τὴ γαλήνη τῆς ἐπανένταξης στὴν κοινότητα;
    Μόνον ἡ ἀγάπη, ποὺ ἐδῶ φέρει τὸ σχῆμα τοῦ ἐξιδανικευμένου ἔρωτα, καθαγιασμένου ἀπὸ τὴν πολύχρονη ἀναμονή, μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ κάθε ἐμπόδιο, νὰ καταλύσει τὴν ἑτερότητα καὶ νὰ ὁδηγήσει στὸν πραγματικὸ ἐπαναπατρισμὸ τοῦ ἀπόντος. Αὐτὸς ποὺ δὲν καταλαβαίνει καλὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καταλαβαίνει τί λέει ἡ γερόντισσα μητέρα τῆς παλαιᾶς ἀρραβωνιαστικιᾶς του «μᾶλλον ἐξ ἐπιπνοίας καὶ συνειδήσεως». Τὰ κινήματα τῆς ψυχῆς ἐξαλείφουν τὴ διάσταση. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔποψη ὁ ἔρωτας σώζει. Ἡ ἀπαρνημένη μνηστὴ ἐν κατακλείδι τὸν προσμένει. Ὡς ἁγνὴ Ἑστιάδα θὰ τοῦ προσφέρει μιὰ νέα ἑστία, κάθαρση τοῦ κρίματος τῆς ἐγκατάλειψης τῆς παλαιᾶς.
Κάθε στιγμὴ εἶναι ἔμφορτη μυστικῆς προσμονῆς, ποὺ ὁδηγεῖται στὸ ἔσχατο ὅριό της, καθὼς ὁ ἥρωας «ἐκ δεισιδαίμονος φόβου» ὅσο πλησιάζει στὴν ἀλήθεια τόσο περισσότερο δειλιᾶ νὰ ἐρωτήσει τὸ παραμικρὸ γιὰ τὴν κοπέλα ποὺ ἄφησε πίσωΤὸ διήγημα εἶναι ἕνα παιχνίδι λεπτῶν ἀποχρώσεων ἀλλὰ καὶ ἰσχυρῶν δονήσεων, τὰ αἰσθήματα ἐκτινάσσονται ἀπὸ τὸ ναδὶρ στὸ ζενίθ. Βαίνει πρὸς τὴ δραματική του κορύφωση μέσα ἀπὸ ἕνα κρεσέντο ποὺ δημιουργεῖται καὶ κλιμακώνεται μὲ τὴν παρατακτικὴ παράθεση ἐμπροθέτων προσδιορισμῶν τοῦ χρόνου: «ὁ ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀπών, ὁ ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἐπιστείλας, ὁ ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἀφήσας που ἴχνη…». Ὁ τελετουργικὸς τόνος τῆς τελευταίας παραγράφου, ὅπου παρατίθενται τὰ πλήρη ὀνόματα τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς ἱστορίας (χρήση ποὺ παραπέμπει εἴτε σὲ μεγάλη χαρὰ εἴτε σὲ πένθος), αὐτὸς ὁ ἐπίσημος, σχεδὸν ἱερατικὸς τόνος, εἶναι σπαρακτικός, καθὼς ὁλοκληρώνεται ἕνα ἔργο ἀντάξιο μεγάλου δημιουργοῦ.
Σᾶς εὐχαριστῶ θερμά.

 

 


Add this to your website
Βρίσκεσθε εδώ: Ελληνική γλώσσα «Τά ἑορταστικά διηγήματα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη: ἡ περίπτωση τοῦ Ἀμερικάνου» / Βασιλική Λαμπροπούλου, φιλόλογος