• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

Πρόσφυγας, ματανάστης, λαθρομετανάστης (γλωσσολογική διαφοροποίηση τῶν ὅρων)

E-mail Εκτύπωση PDF

 

Αντιγράφω από το λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής:


Πρόσφυγας: αυτός που αναγκάζεται ή εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του ή τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του και να καταφύγει σε μια ξένη χώρα ή στη χώρα της εθνικής του προέλευσης.

 

Μετανάστης: αυτός που έχει μεταναστεύσει, ιδίως με κίνητρο την εργασία.

 

Λαθρομετανάστης: αυτός που μεταναστεύει λαθραία σε μια άλλη χώρα, που δεν ακολουθεί τις νόμιμες διαδικασίες μετανάστευσης.
Καλό είναι να προσέχουμε ποιον όρο χρησιμοποιούμε!

 

Πηγἠ: fb

 

Add this to your website
Βρίσκεσθε εδώ: Ελληνική γλώσσα Πρόσφυγας, ματανάστης, λαθρομετανάστης (γλωσσολογική διαφοροποίηση τῶν ὅρων)