• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

Ἡ θεσμοθετημένη θέση τῆς Ἐκκλησίας στὰ πρῶτα ἑλληνικὰ συνταγματικὰ κείμενα / Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου

E-mail Εκτύπωση PDF


Ἡ θεσμοθετημένη θέση τῆς Ἐκκλησίας στὰ πρῶτα ἑλληνικὰ συνταγματικὰ κείμενα.
 
 
τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου
Ἱεροκήρυκος Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν


 
Τρίπολις 5-3-2016
 
            Στὶς 20 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1821 συνῆλθε στὴν Πιάδα, πλησίον τῆς  ἀρχαίας Ἐπιδαύρου, ἡ πρώτη Ἐθνικὴ Συνέλευση τῶν Ἑλλήνων. Στὴ Συνέλευση  ἔλαβον μέρος ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ ἀγωνιζομένου γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ Ἔθνους 59 πληρεξούσιοι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, τὴν Ἀνατολικὴ καὶ Δυτικὴ Χέρσο Ἑλλάδα καὶ τὰ νησιὰ Ὕδρα, Σπέτσες, Ψαρὰ καὶ Κάσο. Οἱ πληρεξούσιοι αὐτοὶ εἶχαν ἐκλεγεῖ ἀπὸ τὶς Τοπικὲς Συνελεύσεις ἢ τὶς τοπικὲς Γερουσίες.
            Τὴν 1η Ἰανουαρίου 1822 ἡ ἐν λόγῳ Συνέλευση ἀφοῦ διεκήρυξε «τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν» τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ψήφισε τὸ πρῶτο Σύνταγμα τὸ ὁποῖο ὀνομάσθηκε Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὸ ὁποῖο  ἡ Ἑλλάδα ἐμφανίζεται ὡς ἑνιαῖον καὶ συντεταγμένον κράτος. Ἐπειδὴ ὅμως ἐφοβοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι ὅτι τὸ πολίτευμα αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει ἐχθρότητα τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, τὸ ὠνόμασαν «Προσωρινόν» καὶ ἔκτοτε  εἶναι γνωστὸ στὴν συνταγματικὴ ἱστορία τῶν Ἑλλήνων, ὡς «τὸ Προσωρινὸν Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος».  
            Τὸ πρῶτον αὐτὸ Σύνταγμα ἄρχεται μὲ τὸ Προοίμιον: «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Στὴ συνέχεια ἀναγράφει πολὺ χαρακτηριστικὰ ὅτι: «Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος …κηρύττει διὰ τῶν Νομίμων Παραστατῶν του εἰς Ἐθνικὴν συνηγμένον…Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν». Οἱ πρῶτοι δηλαδὴ αὐτοὶ συνταγματικοὶ νομοθέτες εἶχαν τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν συνείδηση ὅτι ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ ἡ ἀποτίναξη τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ τῶν τετρακοσίων χρόνων ἔχει θεμέλιο τὴν πίστη τους στὸ Θεὸ καὶ τὸ ἀγωνιστικό τους φρόνημα· τοῦτο εἶναι σαφές. Γι’  αὐτὸ καὶ ἀναφέρει ὅτι ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ ἀνεξαρτησία συντελεῖται «ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων».  Ἄλλωστε ἡ ἐσωτερικὴ αὐτὴ πεποίθηση ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ πολλὲς ἄλλες διακηρύξεις, δηλώσεις καὶ λόγους τῶν πρώτων ἀγωνιστῶν τοῦ 1821.
            Τὸ πρῶτο τοῦτο Συνταγματικὸ κείμενο περιέχει πέντε ἀναφορὲς σὲ θέματα ποὺ ἅπτονται τῆς θρησκείας καὶ δὴ τοῦ χριστιανισμοῦ.
            Ὁ τίτλος Α΄, Τμῆμα Α΄ ἀναφέρεται στὴ θρησκεία καὶ μόνον ἀποκλειστικῶς.

 
 
Συγκεκριμένα ἀναγράφει: «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραξίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως». Μία σημαντικὴ παρατήρηση εἶναι ὅτι ἐξειδικεύεται ὁ ὅρος «θρησκεία», ὅτι δηλαδὴ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι «ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Ὄχι ἁπλῶς Χριστιανικὴ θρησκεία, ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική, κάμνοντας τὴν διάκριση ἀπὸ τὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη. Ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ Ἡνωμένου Κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων τοῦ 1817. Ἐπίσης χρησιμοποιήθηκε ὁ ὅρος καὶ στὴν Νομικὴ Διάταξη τῆς Ἀνατολικῆς Χέρσου Ἑλλάδος. Ὡς γνωστόν, ὁ ἴδιος ὅρος παρέμεινε σταθερὰ σ’ ὅλα τὰ συντάγματα τοῦ ἀνεξάρτητου ἑλληνικοῦ κράτους.  Ἀλλὰ καὶ στὸ Τμῆμα Β΄ τοῦ ἰδίου τίτλου γίνεται ἀναφορὰ πάλιν, ἐξόχως σημαντικὴ στὴν β΄  παράγραφο, ὅταν γράφει, ποῖοι ὁρίζονται ὡς Ἕλληνες· Ἀποφαίνεται ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ὡς ἑξῆς: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος, (αὐτόχθονες σημαίνει ὁ κατοικῶν ὡς καὶ οἱ πρόγονοι ἐν ᾧ τόπῳ  ἐγεννήθη ἄλλως ὁ γηγενής, ἐντόπιος (ἀντιθέτως εἶναι ὁ ἑτερόχθων, ὁ ἔπηλυς, ὁ ἔποικος, ὁ πρόσφυξ) πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες καὶ ἀπολαμβάνουν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Συνεπῶς κάτοικοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται, διαβιοῦν στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια ἀλλὰ δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, δηλ. δὲν εἶναι χριστιανοί, αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἕλληνες. Ταυτίζεται ἑπομένως ἡ ἰθαγένεια, ἡ ὑπηκοότητα τοῦ ἕλληνος μὲ τὸν χριστιανό. Πολίτης τοῦ κράτους εἶναι ὁ χριστιανός. Οὕτω ἀποκλείεται  ὁ ἀλλόθρησκος. Καὶ στὴν συγκεκριμένη ἱστορικὴ συγκυρία κυρίως ἀλλόθρησκοι εἶναι  οἱ Μωαμεθανοὶ ἢ Μουσουλμᾶνοι καὶ δευτερευόντως ἄλλοι.
            Στὸν Τίτλο Β΄, Τμῆμα Γ’ Περὶ σχηματισμοῦ Διοικήσεως ἀναφέρεται καὶ ἡ ὕπαρξη Ὑπουργοῦ τῆς Θρησκείας. Ὁ Ὑπουργὸς «ὁ τῆς Θρησκείας» ὡς ἀποκαλεῖται χαρακτηριστικά. Ὕπουργοὶ ἦσαν κατὰ τὸ ἐν λόγῳ Σύνταγμα ὀκτώ. Μάλιστα πρῶτος Ὑπουργὸς τῆς Θρησκείας ὁρίστηκε ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου (1822) ὁ Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ. Εἶναι ὁ  πρῶτος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν γένει τῆς θρησκείας, ὁ ὁποῖος παρέμεινε μέχρι τὸ 1825 καὶ τὸν διεδέχθη ὁ Ἐπίσκοπος Δαμαλῶν Ἰωνᾶς ἀπὸ τὴν Ἄνω Λουσοὺ Καλαβρύτων, ἐπίσης ἀξιόλογος ἀγωνιστὴς Ἱεράρχης. Ἐπανερχόμενοι στὸν Ἀνδρούσης Ἰωσὴφ αὐτὸς ἤσκησε καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Δικαίου, ὅμως εἶχε ἀναλάβει καὶ ἄλλες ὑπηρεσίες ἕνεκεν τῆς μορφώσεώς του. Ἀξίζει νὰ μείνουμε  ὀλίγον  περισσότερον  στὴν προσωπικότητα αὐτή. Ὁ Ἀνδρούσης

 
 
Ἰωσήφ  ὑπῆρξε   ἐκ   τῶν   πλέον   διαπρεπῶν   ἀνδρῶν   τοῦ   Ἀγῶνος    τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος μὲ πολυσχιδῆ ἀνιδιοτελῆ δράση ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους. (Γεννήθηκε στὴν Τριπολιτςὰ τὸ 1770 καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1844). Τὰ καθήκοντά του καθωρίστηκαν εἰδικῶς ἀπὸ τὸ  Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα ὡς ἑξῆς: «Ὁ Μινίστρος τῶν θρησκευτικῶν χρεωστεῖ…νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς οἰκονομίας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἱερῶν Μοναστηρίων… Χρεωστεῖ τέλος νὰ καθυποβάλῃ εἰς τῆς διοικήσεως τὴν ἐπίκρισιν Σχέδιον περὶ τῶν ὅσων ἀφορῶσι τὴν εὔκλειαν τῆς θρησκείας καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ ὅσων ἀφορῶσι τὸν Μινιστέριόν του». Τὸ Σχέδιο αὐτὸ πράγματι  τὸ ὑπέβαλε ἁρμοδίως ὁ Ἰωσήφ.  
            Ὁ Ἰωσὴφ λόγῳ τοῦ ηὐξημένου κύρους του κάθε φορὰ ποὺ ἡ Κυβέρνηση κλυδωνιζόταν ἀπὸ τὶς διάφορες φάσεις τοῦ ἀγῶνος ἐκαλεῖτο ὡς τὸ πλέον ἐνδεδειγμένον πρόσωπο διὰ νὰ ἀπευθύνει γραπτὲς προκηρύξεις πρὸς τὸν  λαόν, νὰ τὸν νουθετήσει καὶ τοῦ συστήσει ὁμόνοια,  πειθαρχία ἀλλὰ καὶ θυσίες.
            Ὡστόσο λήγοντος τοῦ ἔτους 1824 ἡ σαθρὰ διοίκησις τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων κατηγορεῖ τὸν Ἀνδρούσης καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς Κορίνθου Κύριλλον καὶ Τριπόλεως Δανιὴλ δι’ ἐνεργείας ἐναντίον αὐτῆς καὶ ὐπὲρ τοῦ κόμματος τῶν ἀντιδιοικητῶν. Οἱ Ἀρχιερεῖς ὅμως ἀπαντοῦν στὶς κατηγορίες καὶ συμβουλέυουν ὁμόνοια. Ὅταν ὁ Ἀνδρούσης Ἰωσὴφ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ Μινιστέριον τῆς Θρησκείας δημιουργήθηκε χαώδης κατάστασις στὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπηρεαζόμενα καὶ ἀπὸ τὶς ἀντιθέσεις καὶ τὶς ἔριδες τῶν ἀγωνιστῶν. Ἀργότερα ὅταν ὁ Κυβερνήτης Καποδίστριας ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του (Ἰανουάριος 1828) καὶ συνέστησε τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἐπιτροπὴ κη΄ ….Ὀκτωβρίου 1828 ὁ Ἀνδρούσης Ἰωςὴφ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πέντε μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Καποδίστριας σαφῶς ἤθελε τὴν συνεργασία Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας γιὰ τὸ καλὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰδικότερα γιὰ τὴν θεμελίωση τοῦ νέου κράτους καὶ ἀνεγνώριζε τὴν ἀξία τοῦ Ἀνδρούσης Ἰωσήφ. Ὁ Ἀνδρούσης μάλιστα εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε καὶ τὸν ἐπικήδειον λόγον στὸν  Καποδίστρια.
            Περαιτέρω ἐμμέσως γίνεται ἀναφορὰ στὴν θρησκεία ὑπὸ τὴν γενικοτέρα ἔννοια καὶ στὸν Τίτλο Ε’, Τμῆμα Θ΄ Περὶ τοῦ Δικαστικοῦ καὶ στὴν παράγρα;φο 98 (ξη΄) ἀναφέρεται ὅτι «ἄχρι τῆς κοινοποιήσεως τῶν εἰρημένων Κωδίκων  (ὁριζόταν ἐπιτροπὴ συντάξεως Κωδίκων) αἱ πολιτικαὶ  καὶ  ἐγκληματικαὶ  διαδικασίαι  βάσιν ἔχουσιν τοὺς Νόμους τῶν
ἀειμνήστων Χριστιανῶν (μὲ κεφαλαῖο μάλιστα ἀναγράφεται τὸ πρῶτο γράμμα τὸ Χ) ἡμῶν Αὐτοκρατόρων…» κλπ.
 
 

 
 
*
 
            Τὸ ἑπομενο σπουδαιότατο συνταγματικὸ κείμενο εἶναι τὸ Συνταγμα τοῦ Ἄστρους.
            Ἡ Β΄ Ἐθνοσυνέλευση συγκλήθηκε στὸ Ἄστρος τῆς Κυνουρίας (Μάρτιος 1823) και ψήφισε τὸ λεγόμενο Σύνταγμα τοῦ Ἄστρους ἢ «ὁ Νόμος τῆς Ἐπιδαύρου». Νὰ ὑπογραμμιστεῖ ὅτι Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐθνοσυνελέυσεως διετέλεσε ὁ Ἐπίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος καὶ στὴ συνέχεια Ἀντιπρόεδρος τοῦ Βουλευτικοῦ. Γιὰ τὸν ἐν λόγῳ Ἱεράρχη ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε μερικὰ στοιχεῖα: Ὁ Βρεσθένης Θεοδώρητος γεννήθηκε στὴν γορτυνιακὴ Νεμνίτσα (σημ. Μεθύδριο Ἀρκαδίας) τὸ 1787 καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1843 στὴν Ι. Μονὴ Πετράκη στὴν Ἀθήνα. Ἦτο αὐτοδίδακτος, λίαν μελετηρός, τίμιος, εὐθύς, εὐλαβέστατος, ἀφιλοκερδής, φιλάνθρωπος καὶ πραγματικὸς πατριώτης. Ἔλαβε μέρος σὲ μάχες στὸ Βαλτέτσι, στὰ Βέρβαινα καὶ στὰ Δολιανά. Ὅλη του τὴ ζωὴ ἀφιέρωσε στὴ διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ὀργάνωση τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας. Μὲ τὰ φλογερὰ κηρύγματά του ἐνίσχυσε τὸν λαὸ γιὰ τὴν ἐξέγερση ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ὁ Κολοκοτρώνης σὲ μία ἐπιστολή του τὸν προσφωνεῖ μάλιστα «καπετὰν δεσπότη». Διεδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλον στὴ μονὴ τῶν Καλτεζῶν γιὰ νὰ ἱδρυθεῖ ἡ Πελοποννησιακὴ Γερουσία. Εἶχε ἡγετικὸ ρόλο καὶ κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τοῦ Ἀγῶνος προκειμένου νὰ σταθεροποιηθεῖ μία κεντρικὴ πολιτικὴ ἀρχή. Ὅταν ἐξελέγη στὴν Β΄ Ἐθνοσυνέλευση στὸ Ἄστρος ἀντιπρόεδρος στὴν οὐσία αὐτὸς διηύθυνε τὶς ἐργασίες της. Ὑπῆρξε αὐστηρὸς τηρητὴς τῶν νόμων καὶ τοῦ καθήκοντος. Ὡς ἀντιπρόεδρος τοῦ Βουλευτικοῦ δὲν δίστασε νὰ διώξει ἀπὸ τὸ βουλευτικὸ ἀξίωμα τὸν φίλο του Ἀνδρέα Μεταξᾶ γιατὶ ἀπουσίασε ἀδικαιολόγητα ἀπὸ μία συνεδρίαση τοῦ Σώματος καὶ ἔπαψε ἀπὸ Ὑπουργὸ Οἰκονομικῶν τὸν Χαράλαμπο Περούκα γιατὶ ἐνῶ δὲν ὑπῆρχε προηγουμένως νόμος, αὐτὸς εἰσήγαγε κάποιο μονοπώλιο. Ἐπίσημον ἔγγραφον τῆς Διοικήσεως τὸ ἀπὸ 11-10-1824 ἀναγνώρισε τὶς ὑπηρεσίες του πρὸς τὴν πατρίδα, ἰδίως τὶς συμφιλιωτικές του ἐνέργειες τῶν ἀντιμαχομένων μερίδων τοὺς κινδύνους, τὶς θυσίες, τὴν ἑκούσια ὁμηρία του στοὺς Τούρκους στὸ Ναύπλιο χάριν τῆς ταχείας παραδόσεως τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνη ὁλόκληρου τοῦ Ἔθνους. Ὅταν ἐλευθερώθηκε ἡ Ἑλλάδα τότε ἐκεῖνος ἀπεσύρθη στὰ καθαρῶς θρησκευτικά του καθήκοντα.
Στὸ Νόμο τῆς Ἐπιδαύρου ἀναφορικῶς μὲ τὴ Θρησκεία εὑρίσκουμε τὰ κάτωθι:
 
 
 

 
 
            Κατὰ ἀρχὰς τὸ Προοίμιον ἐπαναλαμβάνεται τὸ αὐτὸ ὡς ἦταν τοῦ πρώτου Συντάγματος τῆς Ἐπιδαύρου. Στὴ συνέχεια τὸ Α΄ κεφάλαιον ὁμιλεῖ  περὶ  θρησκείας  ἀκριβῶς ὅπως καὶ στὸ πρῶτο Σύνταγμα καὶ στὸ Β΄
κεφάλαιο πάλιν ἔχει τὸν  ὁρισμό: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικράτειας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστὸν εἰσὶν Ἕλληνες καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Ὀλίγον παρακάτω στὴ δεύτερη παράγραφό του εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἐπαναλαμβάνοντας  τὴν φράση ὅτι «ὁμοίως Ἕλληνές εἰσι …(καὶ)…ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες καὶ τὴν Ἑλληνικὴν φωνὴν πάτριον ἔχοντες   καὶ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες, ζητήσωσι, παρρησιαζόμενοι εἰς τοπικὴν Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας Ἀρχήν, νὰ ἐγκαταριθμηθῶσι δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας». Ἐδῶ μάλιστα συνδέονται καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα μὲ τὴν χριστιανικὴ ἰδιότητα, δύο στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὴν ἔννοια καὶ ταυτότητα τοῦ ποῖος εἶναι ἕλληνας. Θρησκεία καὶ γλῶσσα· εἰδικότερα χριστιανικὴ θρησκεία καὶ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Εἶναι χαρακτηριστιικὸ ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κράτος δὲν ἀναζήτησε ἐν προκειμένῳ γιὰ νὰ δηλώσει τὴν ταυτότητά του τὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα, ἀλλὰ διακήρυξε κατὰ τρόπο ἐπίσημο καὶ πανηγυρικὸ ὅτι α) Ἕλληνες εἶναι ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς ἐπικράτειας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ β) ὅτι ἐπικρατοῦσα Θρησκεία στὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία . Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐθνικὴ μας τουτέστιν ταυτότητα. Ἡ ἑλληνορθοδοξία.
            Μία ἄλλη ἀναφορὰ τοῦ ἐν λόγῳ Συντάγματος εἶναι ἡ παράγραφος 8, α΄ ὅπου γίνεται λόγος διὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ Τύπου. Ἐκεῖ ἀναφέρει ὅτι: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κοινοποιῶσιν ἄλλως τε καὶ διὰ τῶν τύπων  τὰς δοξασίας των, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀκολούθους τρεῖς ὅρους». Καὶ ὁ πρῶτος ὅρος εἶναι: «Νὰ μὴ γίνεται λόγος κατὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας» (8, α΄). Ἡ β΄ ὑποπαράγραφος γράφει: «Νὰ μὴν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς κοινῶς ἀποδεδειγμένας ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς» καὶ ἡ γ’ ὑποπαράγραφος «Νὰ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν». Στὴ  θ΄ παράγραφο ἐπίσης ἀναφέρεται ὅτι: «Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν οὔτε πωλεῖται οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος (=ὁ δοῦλος) δέ παντὸς
γένους καὶ πάσης  θρησκείας, ἅμα πατήσας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος».
            Στὸ ἑπόμενο Τμῆμα, τὸ Γ΄ καὶ στὸ Κεφάλαιον Περὶ σχηματισμοῦ Διοικήσεως στὴν παράγραφο 15 ἀναγράφεται ὅτι τὸ Ἐκτελεστικὸν σῶμα ἐκλέγει 7 Ὑπουργούς. Μεταξὺ αὐτῶν ὑφίσταται καὶ «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Λατρείας», ὅπως τώρα ὀνομάζεται ἀπὸ Θρησκείας, ὅπως ὀνομαζόταν στὸ προηγούμενον Σύνταγμα.
 
 

 
 
Σχετικῶς μὲ τοὺς ἰσχύοντας νόμους ἐφαρμόζονται καὶ πάλιν «οἱ Νόμοι τῶν ἡμετέρων ἀειμνήστων χριστιανῶν αὐτοκρατόρων τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (Τμῆμα Ζ΄, κεφ. Θ΄ Πεὶ τοῦ Δικανικοῦ παραγρ. 80).
            Στὸ κεφάλαιο 10 (Ι) τοῦ Ζ΄ Τμήματος γιὰ πρώτη φορὰ γίνεται λόγος γιὰ  τὴν  ὁρκωμοσία  τῶν  μελῶν  τοῦ  Βουλευτικοῦ,  τοῦ  Ἐκτελεστικοῦ, οἱ
κριταί (=τὸ Δικαστικὸν Σῶμα), οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ναυτικοὶ δίδοντας τὸν ἀκόλουθον ὅρκον: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ἅγιον ὄνομα τῆς Τρισυποστάτου Θεότητος καὶ εἰς τὴν γλυκυτάτην Πατρίδα, πρῶτον μὲν ἢ νὰ ἐλευθερωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἢ μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας νὰ ἀποθάνω  χριστιανὸς καὶ ἐλεύθερος. Ἔπειτα δὲ, νὰ ὑποτάσσωμαι μ’ ὅλην τὴν πίστιν εἰς τὸν παρόντα Νόμον τῆς Πατρίδος, ὅ,τι λογῆς αἱ δύο Ἐθνικαὶ Νομοδοτικαὶ Συνελεύσεις τοῦ ᾳωκβ΄ καὶ γ (=1822 καὶ 1823) παρέδωκαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος». 
 
*
 
            Ἐρχόμεθα τώρα στὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος τοῦ 1827.
Ἤδη εὑρισκόμεθα περὶ τὸ τέλος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως (τὸν Ὀκτώβριον ἐγένετο ἡ σπουδαιοτάτη ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου, ἡ ὁποία εἶχε ἀποφασιστικὴ σημασία γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ἑλλάδος καὶ εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἐπίσης σπουδαία Ἰουλιανὴ Σύμβασις (6 Ἰουλίου 1827).
            Τὸν Μάρτιον τοῦ 1827 συνῆλθε ἡ ἐν Τροιζῆνι Γ΄ Ἐθνικὴ Συνέλευσις καὶ ἐψήφισε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ νέον Σύνταγμα, τὸ ὀνομασθὲν «Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος», τὸ ὁποῖο καὶ ἐξεδόθη τὴν 1η Μαΐου τοῦ ἔτους 1827 (7ον τῆς Ἀνεξαρτησίας). Τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος (1827) ὅπου γιὰ πρώτη φορὰ γίνεται σαφὴς διάκριση τῶν τριῶν ἐξουσιῶν ἤτοι νομοθετικῆς, νομοτελεστικῆς (=ἐκτελεστικῆς) καὶ δικαστικῆς ἔχουμε καὶ  ἵδρυση τῆς Βουλῆς. Πάλιν τὸ Προοίμιον ὑφίσταται καὶ ἀναφέρει:
            «Ἐν ὀνόματι τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, καὶ τρίτον ἤδη τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς Ἐθνικὴν Συνέλευσιν συναγμένον κηρύττει διὰ τῶν νομίμων Πληρεξουσίων του ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τὴν Πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ Ἀνεξαρτησίαν καὶ συσταίνει τὰς ἑξῆς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Πολιτεύματός του».
            Συνεπῶς ἔχουμε ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὴν σημαντικὴ φράση «ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων».
            Τὸ πρῶτο κεφάλαιο (Α΄) ὁμιλεῖ περὶ θρησκείας. Γράφει: «Καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαγγέλεται τὴν θρησκείαν του ἐλευθέρως καὶ διὰ τὴν λατρείαν αὐτῆς ἔχει ἴσην ὑπεράσπισιν. Ἡ δὲ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι θρησκεία τῆς Ἐπικρατείας».
          

 
 
Στὸ Γ΄ κεφάλαιο μὲ τὸν τίτλον «Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων» στὴν παραγ. 6 γίνεται λόγος ποῖοι εἶναι Ἕλληνες. Γράφει σχετικῶς: «Ἕλληνες εἶναι ὅσοι αὐτόχθονες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸν ζυγόν, πιστεύοντες εἰς Χριστὸν ἦλθαν καὶ θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν διὰ νὰ συναγωνισθῶσιν  ἢ  νὰ κατοικήσωσι  εἰς  αὐτήν». Παρατηροῦμε καὶ πάλιν  
ὅτι κριτήριον τῆς ταυτότητος καὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἕλληνος εἶναι ἡ πίστη στὸ Χριστό, ἡ ἰδιότητα τοῦ Χριστιανοῦ. Γίνεται ἐπίσης ἀναφορὰ ὅτι «οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα χωρὶς προεξέτασιν (λογοκρισία δηλ.) νὰ γράφωσι καὶ νὰ δημοσιεύωσιν ἐλευθέρως διὰ τοῦ τύπου ἢ ἀλλέως τοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰς γνώμας των, φυλάττοντες τοὺς ἀκολούθους ὅρους μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καὶ νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν σεμνότητα». Ὡστόσο ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἐνδιαφέρον στὸ παρὸν κεφάλαιο καὶ στὴν παράγραφο 24 ἀναγράφεται, εἶναι ὅτι «ὁ κλῆρος κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερὰς ἡμῶν Ἐκκλησίας δὲν ἐμπεριπλέκεται εἰς κανὲν δημόσιον ὑπούργημα· μόνοι δὲ οἱ πρεσβύτεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως» (δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν).
            Στὸ Σύνταγμα ἀκόμη αὐτὸ παρατηροῦμε καὶ ὁρισμένες διαφοροποιήσεις ἀπὸ τὰ προηγούμενα συνταγματικὰ κείμενα:  Πρῶτον, δὲν ἀναφέρεται Ὑπουργεῖο Θρησκείας ἢ Λατρείας καὶ ἔχουμε γιὰ πρώτη φορὰ Ὑπουργεῖο Παιδείας. Δεύτερον, ὅταν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου προεδρεύει σὲ περίπτωση ἐξετάσεως (κατηγορίας) κατὰ τῶν Γραμματέων (Ὑπουργῶν) τῆς Ἐπικρατείας καὶ δικάζει στὴ Βουλή, τότε ὁρκίζει τὰ μέλη τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς (Βουλευτάς) μὲ περιεχόμενο ὅρκου τὸ ὁποῖο ἄρχεται μὲ τὴν φράση: «Ὁρκίζεσθε ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων νὰ προσέξετε εἰς τὴν κατηγορίαν» κλπ. Γίνεται δηλαδὴ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ. Τρίτον, στὸ ἐν λόγῳ Σύνταγμα γενικῶς ἀναγράφονται τρία εἴδη ὅρκου, Ὅρκος Ἑλληνικός, Ὅρκος Βουλευτικὸς καὶ Ὅρκος τοῦ Κυβερνήτου. Καὶ οἱ τρεῖς κάμνουν λόγον ὅτι «ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ὑψίστου».  
 
*
 
Συμπερασματικὲς σκέψεις: Ἐκ πάντων τῶν ἀνωτέρω συνοπτικῶς ἀναφερομένων προκύπτει ὅτι διὰ τῶν πρώτων συνταγματικῶν κειμένων διαπιστοῦται   ὁ   σεβασμὸς  καὶ ἡ τιμὴ τῶν πολιτειακῶν ἀρχῶν ἔναντι τῆς
θρησκείας καὶ δὴ τῆς Ἐκκλησίας.  Ἐν προκειμένῳ, καὶ κατὰ πρῶτον ἀσφαλῶς καὶ ἀναγνωρίζουν εὐγνωμόνως τὴν μεγάλη συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας  στὸν  ἀγῶνα  τῆς  Ἀνεξαρτησίας  τοῦ  Ἑλληνικοῦ  Ἔθνους  καὶ

 
 
κατά δεύτερον υἱοθετοῦν τὴν δυναμικὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν στήριξη τῆς συνοχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ γένους κατὰ τὰ δυσχερῆ χρόνια τῆς δουλείας ἀλλὰ  καὶ τὴν ἀναγκαιότητά της γιὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ  μέλλον. Εἶναι πασιφανὲς καὶ ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένο ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία προστάτευσε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ διεφύλαξε τὴν γλῶσσα του καὶ τὴν ἐθνική του συνείδηση. Ἱστορικῶς ἀργότερα μετὰ τὴ λήξη τοῦ Ἀγῶνος καὶ τὴν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους στὴν ἀποτίμηση θὰ ἔχουμε πολλοὺς εἰς ἀριθμὸν κληρικοὺς ὅλων τῶν βαθμίδων μάρτυρας τῆς Πίστεως τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ αἷμα τους σφράγισαν τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς Ἐθνεγερσίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε΄  μέχρι τὸν πιὸ  ἀφανῆ καὶ ἁπλὸ μοναχό.
            Τὸ ἑλληνικὸ κράτος σέβεται καὶ τιμᾶ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια ὡς καταδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ τρία πρῶτα συνταγματικὰ κείμενα ἔχουν ὡς Προοίμιον τὴν ἀναφορά τους «στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Μένοντας ὀλίγον περισσότερον σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο διαπιστώνουμ ὅτι οἱ Ἕλληνες τῶν χρόνων ἐκείνων καὶ δὴ οἱ συνταγματικοὶ νομοθέτες εἶχαν βαθυτάτη τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ Ἐπανάστασή τους κατὰ τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἐκδηλώθηκε στὸ ὄνομα τῆς πίστεώς τους στὸ Θεὸ καὶ στὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος. Ἴσχυε κατὰ τὰ πάντα τό: «Διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερίαν». Ἀξίζει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ἀναφέρουμε τί γράφει ὁ Ἀκαδημαϊκὸς Σπῦρος Μελᾶς: «Τὸ Εἰκοσιένα ὁλόϊσα βγαίνει ἀπὸ τὴν αἰωνόβια ἐθνική μας παράδοση. Τίποτα τὸ ξενικό. Παρεξηγοῦν κι’ ἀδικοῦν τὸ τεράστιο αὐτὸ κίνημα ὅσοι θέλουν νὰ τὸ νομίζουν ἀντίλαλο τῆς Γαλλικῆς ἐπανάστασης. Καὶ ὁ βαθύτατος Σολωμὸς λαμπρὰ τὸ εἶδε, ὅταν χαιρετοῦσε τὴ λευτεριά, “ἀπὸ τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά”. Καμμιὰ ὁμοιότητα δὲν ἔχει μὲ τὴ Γαλλικὴ ἐπανάσταση. Ἐκείνη ἤτανε κοινωνική. Τὸ Εἰκοσιένα δὲν μπαίνει μὲ κανένα τρόπο στὸ σχῆμα τῶν ταξικῶν ἀγώνων. Εἶναι κίνημα καθαρὰ ἐθνικό: Μιὰ φυλὴ ἀνώτερη, περήφανη καὶ γενναία συνεχίζει τὴν ἡρωϊκή της παράδοση τῆς λευτεριᾶς καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, τσακίζοντας, μ’ ἀγώνα ὑπεράνθρωπο τὸ ζυγὸ τὴς σκλαβιᾶς. Ξαναφτιάχνει Μαραθῶνες καὶ Σαλαμίνες. Γίνεται παράδειγμα σ’ ὅλους τοὺς λαούς, ποὺ ἀκολουθοῦν, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον καὶ δημιουργεῖ νέο Διεθνὲς Δίκαιο, καθιερώνοντας τὴν ἀρχὴ τῶν «ἐθνοτήτων». Ἡ Γαλλικὴ ἐπανάσταση στάθηκε ἀντικληρική. Τὴ σημαία τοῦ Εἰκοσιένα κρατεῖ ἕνας δεσπότης. Καὶ τὸ ράσο του εἶναι σύμβολο διπλό: Θρησκεία καὶ Παιδεία – Χριστιανισμὸς κι’ ἑλληνισμός».  (περ. Ἑλληνικὴ Δημιουργία, Ἀθῆναι, 1953, σελ. 325).  Ἀλλὰ  καὶ  περαιτέρω εἶχαν  τὴν  αἴσθηση  ὅτι  ἡ  ὀργάνωση  τοῦ
 

 
 
νεοσύστατου κράτους ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρηθεῖ καὶ νὰ οἰκοδομηθεῖ   «εἰς  τὸ  ὄνομα  τῆς  ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Μάλιστα πρέπει ὅλως  ἰδιαιτέρως νὰ ἐξαρθεῖ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κυριαρχοῦσαν τὰ ἀθεϊστικὰ κηρύγματα τοῦ Διαφωτισμοῦ τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως στὶς χῶρες τῆς Δύσεως.  Τοῦτο ἔχει μεγάλη διαχρονικη ἀξία καὶ σημασία γιὰ τὴν πατρίδα μας καὶ οὐδόλως πρέπει νὰ ἀγνοεῖται ἢ νὰ διαστρεβλώνεται ἢ τὸ χειρότερον νὰ ἀπαξιώνεται διότι ἔχει καὶ νομικὴ ἰσχὺ  καὶ ἐπιφέρει  νομικὲς συνέπειες στὴν ὅλη ἑρμηνεία τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
            Ἔπειτα τὰ πρῶτα Συντάγματα εἶχαν ὡς πρῶτον τίτλον ἢ τμῆμα ἢ ἄρθρον, θὰ λέγαμε σήμερον, τὸ θέμα τῆς θρησκείας. Ἀκόμη ἐξαιρετικὰ σπουδαῖο  εἶναι  ὁ  ὁρισμὸς  τοῦ  Ἕλληνος,  ὅτι   Ἕλληνας ὁρίζεται ὁ χριστιανὸς καὶ ὁ ὁμιλῶν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Σημαντικὸ σημεῖο εἶναι καὶ ἡ ἐπαναφορὰ τῶν νόμων τῶν χριστιανῶν αὐτοκρατόρων. Ἄλλο σημεῖο ὑπογραμμίσεως εἶναι ἡ πρόβλεψις νὰ προστατεύεται ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ὥστε νὰ μὴ βλάπτεται διὰ τοῦ Τύπου καὶ τέλος ἡ ὁρκωμοσία στὸ ὄνομα τοῦ Ὑψίστου, ἔστω καὶ ἂν ἀναφέρεται τοῦτο ἀορίστως.
Περαίνων τὴν εἰσήγησή μου, σήμερα ποὺ ἀκούγονται ἀντιθρησκευτικὲς καὶ ἀντιχριστιανικὲς φωνὲς καὶ ὑπάρχει ἐνίοτε καὶ μία ἀντιεκκλησιαστικὴ νοοτροπία σ’ ἕνα ἐκκοσμικευμένο ὑλιστικὸ περιβάλλον μὲ ἔντονες ὀρθολογιστικὲς ἀντιλήψεις, προβάλλει ἐπιτακτικὰ ἡ ἀνάγκη νὰ διατυπώνουμε πιὸ συνετὲς σκέψεις. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι: Ἐπιθυμοῦμε ἀποκοπὴ ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς καὶ καταξιωμένες ἑλληνορθόδοξες ρίζες μας ἢ γερὴ θεμελίωση σ’ αὐτές; Ἡ πρόκληση σ’αὐτὸ τὸ  παγκοσμιοποιημένο  κλῖμα βρίσκεται ἐνώπιόν μας. Πάντως, οἱ πρωτεργάτες τῆς Ἐθνεγερσίας ἔθεσαν στὴν ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους θεμέλια ἑλληνορθόδοξα καὶ συνάμα ἔδειξαν καὶ τὸν δρόμο στὶς γενεὲς ποὺ ἀκολουθοῦν. Προφανῶς καὶ στὴ δική μας.

 


Add this to your website
Βρίσκεσθε εδώ: Ορθοδόξου οικοδομής Ἡ θεσμοθετημένη θέση τῆς Ἐκκλησίας στὰ πρῶτα ἑλληνικὰ συνταγματικὰ κείμενα / Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου