• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

«Ὁ Σεφέρης πού γνώρισα» / Ἔντμουντ Kίλι, ὁ μεταφραστής τοῦ Σεφέρη, Καθημερινή 28/07/ 2013)

E-mail Εκτύπωση PDF

Σάν ἐρωτική περιπέτεια
εἶναι ἡ σχέση μου μέ τήν Ἑλλάδα


Ἔντμουντ Kίλι, λογοτέχνης-μεταφραστής
Η κατάσταση θα αλλάξει, καθώς σιγά σιγά
γίνεται μια αλλαγή προτύπων στην κοινωνία
Της Μαργαριτας Πουρναρα


«Αν καταφέρεις να περάσεις τα 85 σου χρόνια, τότε μπορείς να τρως ό,τι θες. Αυτό τουλάχιστον λέω στον εαυτό μου». Ο Εντμουντ Κίλι, χαμογελά και παραγγέλνει χωρίς τύψεις γουρουνόπουλο στον φούρνο. Καθισμένοι σε ένα από τα φιλόξενα τραπέζια του «Καφενείου», τον παρατηρώ προσεκτικά: στους τρόπους έχει την απλότητα του Αμερικανού και στο βλέμμα τη ζεστασιά του Ελληνα. Αλλωστε, η μοίρα το έφερε έτσι ώστε να κινείται από την παιδική του ηλικία ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Γεννημένος από Αμερικανούς γονείς στη Δαμασκό της Συρίας όπου ο πατέρας του υπηρέτησε ως διπλωμάτης, βρέθηκε ανάμεσα στα 8 και τα 11 του χρόνια στη Θεσσαλονίκη και έμαθε ελληνικά. Μακεδονίτικα για την ακρίβεια, όπως ξεκαθαρίζει. Αργότερα τα ξαναφρέσκαρε όταν ήρθε πάλι στην Ελλάδα σε νεαρή ηλικία. Ερωτεύτηκε τη γλώσσα μας. Και έκανε το διδακτορικό του πάνω στον Καβάφη και τον Σεφέρη, για να γίνει επιστήθιος φίλος και μεταφραστής του Ελληνα νομπελίστα και του Αλεξανδρινού. Εκτοτε εκείνος και η Ελληνίδα γυναίκα του, η οποία έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, μοίραζαν τον χρόνο τους στις δυο μεριές του Ατλαντικού.
Μέσα στο μικρό εστιατόριο, το κλίμα είναι ήσυχο. Εξω, ολόκληρο το αθηναϊκό κέντρο είναι αποκλεισμένο εξαιτίας της επίσκεψης Σόιμπλε. «Δεν μας μένουν και πολλές λύσεις για φαγητό εκτός από το να περάσετε να με πάρετε και να πάμε να φάμε δίπλα στο σπίτι μου», είπε στο τηλέφωνο. Οπερ και εγένετο. Με υποδέχθηκε στο διαμέρισμα της οδού Λουκιανού και μέσα στο ζεστό απομεσήμερο περπατήσαμε ώς το κοντινό του στέκι. Παραγγείλαμε παγωμένες ντραφτ και ξεκινήσαμε την κουβέντα μέσα σε μια περίεργη ησυχία. Ούτε πολλοί πελάτες υπήρχαν, ούτε βεβαίως αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν.
Πιάνουμε το νήμα από την αρχή. «Από τη Συρία απ' όπου φύγαμε όταν ήμουν τριών ετών, θυμάμαι μόνον την εικόνα μιας μαϊμούς. Υστερα μετακομίσαμε στο Μοντρεάλ, όπου βρήκα ότι ο χειμώνας ήταν τρομερά διασκεδαστικός με τα σκι, τα παγοπέδιλα και τα έλκηθρα. Σε ηλικία 8 ετών, το 1936 φτάσαμε πια στη Θεσσαλονίκη, όπου ο πατέρας, που έγινε πρόξενος, είχε ενοικιάσει ένα σπίτι στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Παραδόξως οι γονείς μου με έγραψαν στη Γερμανική Σχολή της πόλης, ίσως διότι εκεί φοιτούσαν οι περισσότεροι Αμερικανοί. Το σχολείο ήταν πολύ σκληρό, δεν μου άρεσε καθόλου. Αυτό που με απωθούσε ακόμα περισσότερο ήταν το γεγονός ότι η ναζιστική νεολαία του σχολείου μαζί με τη νεολαία του Μεταξά είχαν αρχίσει ήδη να κάνουν παρελάσεις, στις οποίες δεν δέχονταν ξένους. Από την πόλη, θυμάμαι μόνο ένα τμήμα μεταξύ της Γεωργικής Σχολής και του Ντεπό που είχε πολλούς Τσιγγάνους και θεωρείτο επικίνδυνο. Μα αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν οι Ελληνες. Ηταν ανθρώπινοι, με χιούμορ και συναίσθημα, πολύ διαφορετικοί από τους Αμερικανούς και τους Καναδούς που είχα ζήσει μέχρι τότε. Εμαθα τα ελληνικά από τους συνομήλικους μου. Ακόμα και τις βρισιές στο γήπεδο. Τότε μπήκαν τα θεμέλια της γλώσσας μέσα μου. Οταν γυρίσαμε πίσω στην Αμερική, τα ξέχασα εντελώς αλλά ευτυχώς υπήρχαν κάπου θαμμένα στο μυαλό μου».
Μιλάει χωρίς καθόλου προφορά, ίσως λίγο παραπάνω τονισμένο το ρο. Ο Εντμουντ Κίλι ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1947, 19 ετών, μέσα στον Εμφύλιο, για μερικούς μήνες. «Υπήρχαν περιορισμοί στην κυκλοφορία. Με τον μετέπειτα διευθυντή της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, Μπρους Λάνσντεηλ, πηγαίναμε παντού με ένα τζιπ, κάνοντας τους Αμερικανούς. Οχι, ότι δεν ήμασταν. Ενώ ξέραμε ελληνικά, μιλούσαμε μόνον αγγλικά για να περνάμε τους ελέγχους. Μου άρεσε τόσο η Ελλάδα που έκανα αίτηση για την υποτροφία Fulbright και ήρθα δεύτερη φορά, το 1949. Δεν πίστευα στην τύχη μου. Δίδαξα αγγλική γλώσσα και μπάσκετ μπολ στην Γεωργική Σχολή. Ανακάλυψα πόσο μου άρεσε το επάγγελμα αυτό. Η αλήθεια είναι ότι είχα ερωτευτεί και μια κοπέλα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία», λέει.
Γοητευτικός συνομιλητής, ξέρει πότε να βάζει μια προσωπική πινελιά σε μια ιστορία, να κρατά τον ειρμό και να κάνει τις σωστές παύσεις. Κάθε τόσο τα πρόθυμα γκαρσόνια, κάνουν μια στάση να μας ρωτήσουν αν είμαστε ευχαριστημένοι. Οι σερβιτόροι εργάζονται πολλά χρόνια στο ίδιο πόστο και τα πρόσωπά τους είναι οικεία. Παραγγέλνουμε ένα ακόμα ποτήρι ντραφτ και τσιμπολογάμε μια ωραία σαλάτα με ωμό κολοκυθάκι. Πίνει μια γουλιά δροσιστικής μπίρας και συνεχίζει. «Νομίζω ότι αυτό που με προσέλκυσε περισσότερο στην Ελλάδα ήταν ο τρόπος ζωής, το τοπίο και το κέφι των ανθρώπων. Βάλτα όλα αυτά μαζί και θα δεις ότι ο συνδυασμός είναι ακαταμάχητος». Πιάνει με τα δάχτυλά του το χοιρινό παϊδάκι και το απολαμβάνει, όπως θα έκανε κάποιος που ξέρει καλά την ελληνική επαρχία.
Η παραβίαση των δικαιωμάτων των μεταναστών με ενοχλεί
Τελικά πώς αναπτύχθηκε η σχέση του με τη χώρα μας: «Θα σας εξηγήσω τι έγινε στην περίπτωσή μου, παρομοιάζοντάς το με μια ερωτική περιπέτεια. Στην αρχή, την αγάπησα παράφορα, όπως συμβαίνει με τον πρώτο έρωτα που μπαίνει στο σώμα και στην ψυχή. Υστερα, παντρεύτηκα την Ελλάδα και άρχισα να συζώ μαζί της, πιστεύοντας ότι έχει γίνει η δεύτερή μου πατρίδα. Αυτός είναι ο γάμος άλλωστε. Μετά πολλά χρόνια έγγαμου βίου, όμως, διακρίνεις πλέον καθαρά ορισμένα προβλήματα που σου είχαν ξεφύγει στην αρχή διότι ήσουν μέσα στο πάθος σου. Ποια είναι αυτά; Δύσκολες περίοδοι της πολιτικής ζωής, όπως η Δικτατορία, ο εκτοπισμός των αντιφρονούντων. Ο Ρίτσος είχε πάει τρεις φορές εξορία. Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τους μετανάστες, κάτι που συμβαίνει σήμερα και με ενοχλεί».
Και η γνωριμία με την ελληνική λογοτεχνία και ποίηση; «Εγινε όταν ήμουν στην Οξφόρδη, εκεί όπου συνάντησα την Ελληνίδα που παντρεύτηκα. Είχα ξεκινήσει διδακτορικό πάνω στον Γέιτς και έψαχνα ανθρώπους να εξασκώ τα ελληνικά μου για να μην τα ξεχάσω. Θυμάμαι ότι πήγα σε ένα γεύμα στο σπίτι του καθηγητή Τρυπάνη που δίδασκε την ελληνική λογοτεχνία. Κάποια στιγμή με ρώτησαν αν ήθελα και άλλο φαγητό. Εγώ, χορτάτος, είπα πολύ ευγενικά: «Οχι, διότι είμαι γκαστρωμένος». Ετσι το έλεγαν στη Μακεδονία, έτσι το είχα μάθει και εγώ. Ευτυχώς οι άνθρωποι δεν με παρεξήγησαν. Είχα μάθει χωριάτικους ιδιωματισμούς. Μίλαγα μάλιστα με το σε και το με, όπως στη Βόρειο Ελλάδα. Μετά, η γυναίκα μου που ήταν Αθηναία με διόρθωνε σιγά σιγά. Πάντως, από τον Τρυπάνη έμαθα για τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Γοητεύτηκα τόσο πολύ από την ελληνική ποίηση που μέσα σε λίγο καιρό, άλλαξα και το θέμα του διδακτορικού μου. Nομίζω ότι αυτό που με συγκίνησε περισσότερο είναι ότι ο ποιητής σπάει τα όρια του εαυτού του, γίνεται μια φωνή στην οποία ο ίδιος έχει δώσει σάρκα και οστά. Δουλεύοντας πάνω στην ελληνική ποίηση, είχα πολλά ερωτήματα και θέλησα να γνωρίσω από κοντά τον Σεφέρη, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Αγγλία. Ετσι αποφάσισα να γράψω ένα γράμμα ζητώντας του να τον δω από κοντά και να αποσαφηνίσω ορισμένα θέματα που είχαν προκύψει από την έρευνά μου. Δεν μου απάντησε, είχε φύγει από τη Βρετανία. Αναγκάστηκα να γράψω όλα τα κεφάλαια για την ποίησή του χωρίς να τον συναντήσω. Ξαναγύρισε ένα χρόνο αργότερα. Δεν το έβαλα κάτω. Εστειλα καινούργια επιστολή, εξηγώντας πάλι ποιος είμαι και γιατί ήθελα να τον δω από κοντά. Και έλαβα μια ευγενική απάντηση, ότι με περίμενε μαζί με τη γυναίκα μου για τσάι, στο σπίτι τους στην Sloane Square».
Ο Σεφέρης, η Μαρώ, τα πνεύματα και τα πνευμόνια
«Ο Σεφέρης είχε κάτι επιβλητικό, ήταν ένας πραγματικός κύριος. Μείναμε οι δυο μας σε μια γωνιά του καθιστικού και αρχίσαμε τη συζήτηση για τα ποιήματά του και προπαντός τις συμβολικές εικόνες του. Είχα αμέτρητες απορίες. Οι απαντήσεις του είχαν κάτι προσεκτικό και λεπταίσθητο σαν να μην ήθελε να ξεκαθαρίσει εντελώς πράγματα με την άποψή του. Τον ρώτησα λ.χ. για τη συμβολική σημασία που είχαν οι πέτρες, τα αγάλματα και η γυναίκα στην ποίησή του. Και εκείνος με τη βαθιά φωνή έλεγε: «Αν πας, παιδί μου, ταξίδι στην ελληνική Φύση θα δεις πολλές πέτρες και πολλά αγάλματα. Υπάρχουν παντού. Είναι μέρος του τοπίου. Μην περιμένεις από μένα να σου εξηγώ. Διάβασε τα ποιήματα και προσπάθησε να τα αισθανθείς. Μην τα βλέπεις όλα συμβολικά». Εγώ συνέχιζα με τις ερωτήσεις και είχαν περάσει ήδη πέντε ώρες. Ηθελα να μάθω κάτι τελευταίο για τη στίξη. «Μα στον τάδε στίχο ούτε τελεία ούτε κόμμα έχετε βάλει. Αν βάλετε κόμμα αλλάζει το νόημα» είπα. Πριν προλάβει να απαντήσει, πετάχτηκε η Μαρώ από την κουζίνα: «Ελα βρε Γιώργο, δώσε στο παιδί ένα κόμμα, να κάτσουμε να φάμε πια». Ο Κίλι ξεκαρδίζεται σαν μικρό παιδί και συνεχίζει τη διήγησή του από τον Σεφέρη.
«Ηταν πολύ σημαντικό για μένα ότι γνώρισα τον άνθρωπο πίσω από τα ποιήματα. Πάντα υπάρχει η σύνδεση ανάμεσα στο ποιος είσαι και τι γράφεις. Οχι μόνον αυτό, αλλά με τον καιρό γίναμε φίλοι με τον Σεφέρη, με αποκαλούσε «Μιχαλάκη Δαμασκηνό» και τον έλεγα «Γιώργο». Γιατί Μιχαλάκη Δαμασκηνό; Διότι με συνέδεε με τον βυζαντινό ζωγράφο, έτσι αυθαίρετα ή ίσως επειδή γεννήθηκα στη Δαμασκό. Οταν ερχόμουν στην Ελλάδα, το πρώτο τηλεφώνημα που κάναμε μόλις φτάναμε, ήταν στο σπίτι των Σεφέρηδων. Θυμάμαι άλλο ένα περιστατικό. Προς το τέλος της ζωής του Γιώργου, που ήταν πια εξασθενημένος, είχαμε πάει με τις γυναίκες μας για καλοκαιρινό μπάνιο στη Λούτσα. Εκείνος έπεσε να κολυμπήσει και κάποια στιγμή χάθηκε από τα μάτια μας. Η Μαρώ έβαλε τις φωνές. Βούτηξα και τον έβγαλα αμέσως. Είχε όμως χάσει τις αισθήσεις του. Οπως ήταν αναίσθητος στην παραλία, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Η Μαρώ είπε να τον γυρίσουμε ανάποδα να βγει το νερό που είχε καταπιεί. Εγώ μέσα στον πανικό μου, απάντησα: «Ισως να μην έχει μπει νερό στα πνεύματά του και δεν κάνει να τον γυρίσουμε ανάποδα». Αντί για πνευμόνια, είπα πνεύματα από το σάστισμά μου. Τότε, ως εκ του θαύματος ο Σεφέρης άνοιξε το ένα μάτι και είπε: «Τι πνεύματα! Πνευμόνια θες να πεις. Και μετά λένε ότι είσαι και ο μεταφραστής μου...» Ετσι ένα παρ' ολίγον δραματικό συμβάν τελείωσε με γέλια και με τη βεβαιότητα ότι ο Σεφέρης θα ζούσε πολύ ακόμα. Δυστυχώς πέθανε μετά δύο χρόνια.»
Σερβίρεται το φρούτο. Η περίεργη ησυχία γύρω μας συνεχίζεται σαν να είναι η πόλη βουβή. Το ερώτημα ήταν σχεδόν αυτονόητο: τι συνέβη και η Ελλάδα έχασε τα πνευματικά ερείσματα που είχε την δεκαετία του '60. «Νομίζω ότι η χούντα των συνταγματαρχών, έκανε μεγάλη ζημιά και άφησε τα ίχνη της στην ελληνική κοινωνία και στην πνευματική παραγωγή. Θυμάμαι τότε ότι κάποιοι από τον απλό κόσμο την υποστήριζαν, ξεχνώντας πόσο πολύτιμο αγαθό είναι η δημοκρατία. Πέραν από αυτό, εκείνη την περίοδο, σε όλον τον κόσμο, οι νέοι άρχισαν να χάνουν τον σεβασμό τους προς τους μεγαλύτερους. Να υπάρχει μια γενική αμφισβήτηση προς τους πολιτικούς, προς την ηγεσία, προς τις γενιές που είχαν προηγηθεί. Αυτό έφερε μια νέα κατάσταση».
Είναι θέμα νοοτροπίας
Και πώς φτάσαμε στη σημερινή στενωπό; «Είναι ίσως θέμα νοοτροπίας. Αν καταφέρεις να πιάσεις κάποιον κορόιδο στην Ελλάδα, θεωρείσαι έξυπνος. Αν τη φέρεις σε κάποιον, γίνεσαι ένα είδος προτύπου. Σε άλλες χώρες, αυτού του τύπου η συμπεριφορά είναι πιο κατακριτέα. Μερικές φορές ένας ξένος που θέλει να κάνει κάποια δουλειά στην Ελλάδα, από κάτι απλό μέχρι κάτι πιο σοβαρό ή σύνθετο, φοβάται ότι θα τον εξαπατήσουν. Ομως με την έλλειψη εμπιστοσύνης τα πράγματα δεν μπορούν να πάνε μπροστά. Τώρα, σιγά σιγά γίνεται μια αλλαγή των προτύπων που έχουν την επιβράβευση της κοινωνίας, που θα αλλάξει την κατάσταση. Δυστυχώς τα κόμματα στην Ελλάδα, δεν εξυπηρετούσαν μόνο ιδεολογικούς σκοπούς αλλά ένα πελατειακό σύστημα που τροφοδοτεί τη διαφθορά. Ετσι ανακυκλώνονταν τα προβλήματα που οδήγησαν στο αδιέξοδο».
Η κρίση θα μας φέρει νέα δεδομένα; «Δεν είμαι ειδικός στην οικονομία και δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για το τι θα γίνει, παρότι μελετώ και ασχολούμαι ακόμα την Ελλάδα στο Τμήμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πρίνστον. Αυτό όμως που μπορώ να πω είναι ότι ύστερα από πολέμους και αναταραχές, παράγεται καλή ποίηση και λογοτεχνία...».
Τελειώνουμε τον εσπρέσο μας και βγαίνουμε έξω στον δρόμο. Ζέστη και ερημιά. Περπατάω πολλά τετράγωνα αναζητώντας μάταια ταξί. Προσπερνώ δύο νεαρούς αστυνομικούς με πλήρη εξάρτυση που κάθονται μέσα στον ήλιο ακουμπώντας κουρασμένοι σε έναν τοίχο. Ξαφνικά φυσάει ένα μικρό αεράκι. Και ένας από τους δύο ψιθυρίζει: «Επιτέλους. Μια παρηγοριά...».
Η συνάντηση
Βρεθήκαμε στο «Καφενείο» της οδού Λουκιανού, συντροφιά με τον κοινό φίλο Δημήτρη Αντωνίου, ερευνητικό εταίρο του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Μοιραστήκαμε μια σαλάτα με βραστά λαχανικά και ακολούθησαν φασολάκια, γουρουνόπουλο στον φούρνο και μπιφτέκια στη σχάρα. Ηπιαμε μπίρες και εσπρέσο. Ηταν όλα νόστιμα. Ο λογαριασμός ήταν 56 ευρώ.
Oι σταθμοί του
1928
Γεννιέται στη Δαμασκό.
1936
Ερχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
1945
Φοιτά στο Πρίνστον.
1949
Ερχεται ξανά στην Ελλάδα με υποτροφία Fulbright.
1950
Σπουδές στην Οξφόρδη. Γνωρίζεται με τον Σεφέρη.
1952
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μπράουν.
1953
Επιστρέφει στην Ελλάδα, ξανά με Fulbright.
1954 - 1994
Διδάσκει στο Princeton.
1958
Εκδίδεται το πρώτο του μυθιστόρημα.
1961
Εκδίδονται οι πρώτες του μεταφράσεις Ελλήνων ποιητών.
1970 - 73
Πρόεδρος του Modern Greek Studies Association.
1992
Πρόεδρος του Pen American Centre.
2001
Τιμάται από την ελληνική πολιτεία με το μετάλλιο του Τάγματος του Φοίνικα.

Πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100029_28/07/2013_528270

 


Add this to your website
Βρίσκεσθε εδώ: Ποίηση «Ὁ Σεφέρης πού γνώρισα» / Ἔντμουντ Kίλι, ὁ μεταφραστής τοῦ Σεφέρη, Καθημερινή 28/07/ 2013)