• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

Ηλίας Σιμόπουλος
 (ποιητής) 1913 – 30 / 08 / 2015

E-mail Εκτύπωση PDF

 

Ηλίας Σιμόπουλος
 (ποιητής) 1913 – 30 / 09 / 2015

 


Πολυγραφότατος και πολυμεταφρασμένος ποιητής, με υπερεβδομηντακονταετή συνεχή παρουσία στα ελληνικά γράμματα.
Ο Ηλίας Σιμόπουλος γεννήθηκε στο Καστανοχώρι (πρώην Κραμποβό) Αρκαδίας στις 23 Νοεμβρίου 1913. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε για μακρά περίοδο το δικηγορικό επάγγελμα. Παράλληλα, από τα νεανικά του χρόνια επιδόθηκε στην ποίηση. Από μαθητής στο γυμνάσιο είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονταν στη «Διάπλαση των Παίδων», την «Παιδική Χαρά» και άλλα έντυπα.
Στο διάστημα 1934 - 1936 ήταν Γραμματέας της Καλλιτεχνικής Επιτροπής στην «Ενωτική Συνομοσπονδία των Εργατών Ελλάδας» (με μέλη, μεταξύ άλλων, τους Κώστα Βάρναλη, Γιάννη Ρίτσο και Μενέλαο Λουντέμη) και σκηνοθέτης στο Εργατικό της Θέατρο.
Το καλοκαίρι του 1936 με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά η λογοκρισία σταμάτησε την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Εναγώνια», που βρισκόταν στο τυπογραφείο. Αργότερα, για την όλη δραστηριότητά του συνελήφθη από την ειδική ασφάλεια, βασανίστηκε κι εκδιώχθηκε από τη σχολή εφέδρων αξιωματικών. Πιο μπροστά, μετά από αλλεπάλληλες επιδρομές στο σπίτι του, κατασχέθηκαν όλα του τα χειρόγραφα και καταστράφηκε όλο του το αρχείο. Πήρε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας και την Εθνική Αντίσταση.
Το 1946 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή «Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο» και με το έργο του «Αρκαδική Ραψωδία» (1958), καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους της χώρας. Ακολούθησε πλειάδα ποιητικών συλλογών: «Έκτη Εντολή» (1959), «Το σπίτι με τις χελιδονοφωλιές» (1961), «Το μεγάλο ποτάμι» (1964), «Τεκμήρια» (1968), «Τα ρόδα της Ιεριχώς» (1970), «Το τετράδιο της γης» (1971), «Μικρές Μαρτυρίες» (1972), «Εναγώνια» (1974), «Προσπελάσεις» (1976), «Σημαφόροι» (1980), «Εσπερινός Απόλογος» (1983), «Οι πληγές και τα παράθυρα» (1986), «Μακρινό Ταξίδι» (1990), «Πέτρες» (1992), «Ράθυμες ώρες» (2010). Το 1989 και το 1990 εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη τα «Άπαντά» του σε δύο τόμους. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Κινέζικα, τα Ιταλικά, τα Ρώσικα και σε αρκετές ακόμα γλώσσες.
Ασχολήθηκε, επίσης, με φιλολογικές μελέτες και κριτική λογοτεχνίας και θεάτρου κι έγινε μέλος κριτικών επιτροπών, όπως η επιτροπή κρίσης Κρατικού Βραβείου Ποίησης. Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, η οποία το 2011 τον πρότεινε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει οι συνθέτες Γιάννης Σπανός («Ο θρήνος της μάνας»), Ιωσήφ Μπενάκης («Αρκαδική Ραψωδία», «Ο Φονιάς», «Ο ύμνος της ειρήνης»), Ηλίας Στασινός («Ύμνος στα Λύκαια») και Φαίδων Πρίφτης («Ο Φονιάς»).
Ο Ηλίας Σιμόπουλος πέθανε στις 30 Αυγούστου 2015, σε ηλικία 101 χρονών.
Κρίσεις για το έργο του
Ως ποιητής, ο Σιμόπουλος, σε ένα μεγάλο μέρος τού έργου του, δεν φαίνεται να βασανίζεται πολύ με προβλήματα μορφής, ακόμη και «αρτιότητας» στίχου και ρυθμού. Η πορεία του, πέρα από την μορφή, είναι μια αγωνία να εκφράσει την περιπέτεια και τα αδιέξοδα ενός έθνους και ενός κόσμου σε μια μακριά περίοδο πολεμικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δοκιμασιών. Ακριβώς αυτό το άγχος —το δίλημμα— αποδοχής τής σκληρής πραγματικότητας μαρτυρεί όλη η ποίησή του. Ένα άγχος όμως που αγωνίζεται —τραγικά μερικές φορές— να το κατανικήσει. Πάσχει μαζί με την εποχή του, με τους συνανθρώπους του. Πράος, ωστόσο, από ιδιοσυγκρασία, αποφεύγει τις εκρηκτικές εκφραστικές διεξόδους και αυτό ίσως τον παγιδεύει, μερικές φορές, σε εύκολους λεκτικούς συμβολισμούς και χαμηλούς τόνους ή σε έναν ελάσσονα θρήνο. Πίσω όμως από αυτή την επιφάνεια είναι έντονα αισθητή η σιωπηρή κραυγή και η υπόκωφη δόνηση —που μαρτυρεί άλλωστε την παρουσία της με σποραδικές εκρήξεις.
Μανώλης Κορνήλιος, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής

 

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/1452#ixzz3knG8gweA

Ο Ηλίας Σιμόπουλος υποψήφιος Nobel Λογοτεχνίας

Του Ι. Γ. Ασημακόπουλου
=======================================================================

Ασκώντας το προνόμιο που διαθέτει από πολλές δεκαετίες, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, να υποβάλλει υποψηφιότητες Ελλήνων για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, για φέτος υποβάλλει δύο υποψηφιότητες από την Ελλάδα, η μια εκ των οποίων είναι αυτή του Αρκάδα ποιητή Ηλία Σιμόπουλου, από τον Κραμποβό, σημερινό Καστανοχώρι, Μεγαλοπόλεως. Ο άλλος προτεινόμενος υποψήφιος είναι ο Ακαδημαϊκός, συγγραφέας και ποιητής Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Κάθε Αρκάς και ειδικότερα κάθε Μεγαλοπολίτης θα πρέπει να αισθάνεται υπερήφανος για την υψίστη αυτή τιμή που γίνεται στον Ηλία Σιμόπουλο, που με συνέπεια και σεμνότητα υπηρετεί τα ελληνικά γράμματα για περισσότερο από μισό αιώνα.

«Ράθυμες ώρες»
Η νέα ποιητική συλλογή του Ηλία Σιμόπουλου
Μόλις, κυκλοφόρησε στη Μεγαλόπολη από τις «Αρκαδικές Εκδόσεις ΕΠΙΛΟΓΗ» η νέα ποιητική συλλογή του ΗΛΙΑ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ «Ράθυμες ώρες». Απλός, απέριττος, κατανοητός και συνάμα υψηλόφρων στο λόγο του, ο ποιητής, αρκείται σε μια λέξη ασήμαντη να γράψει το μεγάλο ποίημα, «όπως στο χελιδόνι / λίγο χόρτο / για να χτίσει τη φωλιά του»
Αφιερωμένη στον τόπο του, στο χωριό του, η καινούργια δουλειά του Ηλία Σιμόπουλου, αναπολεί τα χρόνια που πέρασαν γεμάτα ζωή, γεμάτα ανθρώπους. Βλέπει σήμερα την ερήμωση που απλώνεται γύρω, ανοίγει διάπλατα τα φύλλα της καρδιάς του στην αγέραστη μνήμη, αναθυμάται και αναθαρρεύει: «Εδώ, σ’ αυτά τα χώματα γεννήθηκα / Ανάμεσα σε πέτρες και σε δάκρυα / ολοκλήρωσα το έργο μου. / Πλούσια φυτρώνανε τα στάχυα στους αγρούς / έσφυζε η ζωή και τα δρεπάνια τα τσαπιά / βιολιά και φλάουτα. / Τώρα το όμορφο χωριό λίκνο νεκρών / Όμως αγέραστη η καρδιά / σα βάρκα του Οδυσσέα λάμνει ακάθεκτη / και η μοναξιά εξαφανίζεται / ανάμεσα σε φλόγες της μνήμης.»
Αφιερωμένη στο σύγχρονο άνθρωπο, η καινούργια δουλειά του Ηλία Σιμόπουλου, βλέπει τη ματωμένη του πορεία στη ζωή με τις ανίατες πληγές, τους καθημερινούς θανάτους, τα θρυμματισμένα όνειρα «…και μακαρίζει / των αγριμιών την τύχη / που πεθαίνουν μόνο μια φορά.». Ενστερνίζεται ο ποιητής την αγωνία του απομονωμένου μέσα στο πλήθος ατόμου κι ο φοβισμένος λόγος του παίρνει φωτιά και γίνεται «…φως λυτρωτικό / στη σφύζουσα καρδιά της σιωπής».
Αφιερωμένη τέλος, στη ζωή και στο μέλλον, η καινούργια δουλειά του Ηλία Σιμόπουλου, πολύπειρη από τη μακρόχρονη συμπόρευσή του με τον απλό, καθημερινό άνθρωπο, αλλά και διεξοδική. Με στεντόρεια φωνή δηλώνει χωρίς περιστροφές πως: «Αγώνας είναι η ζωή / ενάντια / στις σφραγισμένες πόρτες / στην ανέλπιδη αναμονή / στο χέρι / που σφίγγει το χέρι που λείπει. / Αγώνας είναι πάντα η ζωή / ενάντια στο φόβο / στους δημαγωγούς / στους κλέφτες / στη μονόφθαλμη δικαιοσύνη / στους θανάτους απ’ την πείνα / και στους άδειους λόγους των πολιτικών. / Αγώνας είναι η ζωή. / Ώσπου μια μέρα η οργή να γίνει ποταμός / και στην ορμή του επάνω / να την καθαρίσει από τους ρύπους της / όπως ο Αλφειός την κόπρο του Αυγεία.»


Πηγή: http://www.arcadians.gr

 

Add this to your website
Βρίσκεσθε εδώ: Ποίηση Ηλίας Σιμόπουλος
 (ποιητής) 1913 – 30 / 08 / 2015