diaxoristiko2

DIAHORISTIKO

farmakeia

DIAHORISTIKO

O KAIROS

Λόγος εἰς τὸ «Καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ
αὐτοῦ καὶ αὕτη ἦν χήρα…καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος εὐσπλαχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ
καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7, 12 ἑπ.).


τοῦ ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου
Ἱεροκήρυκος Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν


    Ἕνας νέος ἄνθρωπος, ἕνα παιδὶ ἔχει πεθάνει ἐκεῖ στὴν κωμόπολη Ναΐν,
ΝΑ τῆς Ναζαρέτ. Τὸν ὁδηγοῦσαν μὲ βαρειὰ βήματα καὶ μὲ θρήνους γιὰ τὴν
ταφή. Καὶ ἡ μάνα του, χήρα γυναίκα, συνοδεύει κλαίγοντας γοερά. Ἡ
δοτική, μάλιστα, πτώση τοῦ κειμένου «υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ»
ἐκφράζει τὴν ὅλη τρυφερότητα τοῦ μητρικοῦ δεσμοῦ, ὁ ὁποῖος τώρα
διεσπάσθη μὲ τὸν θάνατο τοῦ υἱοῦ της. Στὸ πρῶτο πλῆγμα ποὺ τὴν
κατέστησε χήρα, προσετέθη τώρα καὶ τὸ δεύτερον, ἀλγεινότερο καὶ
περισσότερον ἀπαρηγόρητο. Πόσα δὲν εἶχε ἐπενδύσει στὸ μονάκριβο παιδί
της. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ἦταν τὸ στήριγμά της, ἡ ἐλπίδα της, ἡ ἀπαντοχή
της. Καὶ γιὰ νὰ τὸ μεγαλώσει, τί μόχθος, τί ὄνειρα, τί καϋμούς. Ἀλλὰ ὁ
θάνατος καὶ τοῦ νέου ἐκείνου ἔρχεται νὰ ἐπαληθεύσει τὸ τοῦ Ψαλμωδοῦ:
«Ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως
ἐξανθήσει» (Ψ. 102, 15) καὶ τὸ ἄλλο ἐπίσης ψαλμικὸν «Ἄνθρωπος
ματαιότητι ὡμοιώθη, αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιὰ παράγουσι» ( Ψ. 143, 4).
Ἡ χήρα τῆς Ναῒν συνοδεύει κλαίουσα, ὀδυρομένη, θρηνοῦσα. Πόνος βαθὺς
καὶ δυσβάστσχτος νὰ βλέπει ἡ μάνα τὸ παιδί της νεκρό.
    Ἀλλὰ «ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος εὐσπλαχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ
κλαῖε». Αὐτὸς ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τὴν
εὐσπλαχνίσθη. Συνεκινήθη βαθειά. Ἂν ὁ κόσμος ποὺ ἀκολουθοῦσε τὴν
νεκρικὴ ἐκφορὰ θρηνοῦσε καὶ ἠλέει τὴν χήρα αὐτὴ μάνα, πόσον μᾶλλον
Ἐκεῖνος, ἡ Πηγὴ τοῦ ἐλέους. Γιατὶ ὁ Κύριος εἶναι Ἐλεήμων,
Φιλεύσπλαχνος, Πανάγαθος, Συμπαθὴς πρὸς τοὺς θλιβομένους. Καὶ ὁ
Χριστὸς στὴ συνέχεια ἐπετέλεσε τὸ θαῦμα. Ἀνέστησε τὸν νεκρὸν υἱὸν τῆς
χήρας τῆς Ναῒν. Τὸ ἱερὸ κείμενο εἶναι σαφέστατο. «Καὶ προσελθὼν ἥψατο
τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω,
ἐγέρθητι καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ
μητρὶ αὐτοῦ» (Λουκ. 7, 14-15). Ἐδῶ ἄξιον προσοχῆς εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς
ὅτι ὁ Κύριος «προσελθῶν ἥψατο τῆς σοροῦ», δηλωτικὸν ὅτι καὶ τὸ ἅγιον
σῶμα Του ἔχει ζωοποιὸν δύναμη, διότι θὰ μποροῦσε μόνον μ’ ἕνα λόγον
Του, μία προσταγή Του καὶ ἐκ τοῦ μακρόθεν νὰ ἀναστήσει τὸν νεκρόν.
Ὅμως «ἥψατο τῆς σοροῦ», ἤγγισε τὸ φέρετρον, κατὰ συνεκδοχὴν τὸν νεκρὸν
καὶ  ἦταν  ἀπολύτως,  ὡς  Θεός,  βέβαιος  περὶ  ἐκείνου  ὅπερ μετ’


ὀλίγον θὰ ἐπακολουθήσει. Ἡ ἀνάστασις τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τῆς χήρας ἐκείνης.

*

    Ἐνώπιόν μας, λοιπὸν ὁ θάνατος τοῦ νέου αὐτοῦ ἀνθρώπου, ὁ λόγος τοῦ
Κυρίου «μὴ κλαῖε» καὶ ἡ ἀνάστασις τοῦ νεκροῦ.
    Ἐνώπιον μας τρία θέματα. Τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, ἡ παρηγορία τοῦ
Κυρίου πρὸς τὴν μάνα ποὺ πενθεῖ καὶ τὸν γεγονός τῆς ἀναστάσεως καὶ
ζωῆς τοῦ νεκροῦ ἀνθρώπου.
    Πρόκειται γιὰ τρία θέματα ἐξαιρετικῶς σπουδαῖα γιατὶ ἀφοροῦν ὅλους
μας, τὸν κάθε ἄνθρωπο.
    Ἀλήθεια ποιός δὲν στάθηκε ἐνεὸς ἀπέναντι στὸν θάνατο; Ποιός δὲν
προβληματίστηκε; Ποιός δὲν ρώτησε τί εἶναι ὁ θάνατος;  Γιατὶ ὁ
θάνατος; Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὸν θάνατο. Ὡστόσο εἶναι τὸ πιὸ βέβαιο
γεγονὸς τῆς ζωῆς μας. Κανεὶς δὲν ξέφυγε ἀπὸ τὸν θάνατο. Ὅλοι κάποια
μέρα ἔκλεισαν τὰ μάτια τους. Καὶ μεῖς θὰ φύγουμε μία ἡμέρα ἀπὸ τούτη
τὴν μάταια ζωή.
    Τῷ ὄντι, ὁ θάνατος εἶναι ἕνα μυστήριο. Τυγχάνει ἀκατανόητος τόσο στὴν
αἰτία ὅσο καὶ στὴν οὐσία. Ὁ ἀσκητικὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας ἅγ.
Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης (7ος αἰ.) εἶπε: «Ἐπεθύμουν μαθεῖν τὸ μυστήριον,
ἀλλ’ οὐδεὶς ἱκανὸς διηγήσασθαι».
    Ἐδῶ βεβαίως ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν βιολογικό, σωματικὸ θάνατο, ἄλλως τὸν
χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος. Ὁ ἄνθρωπος βεβαίως εἶναι δισύνθετον
ὄν, διφυής, ψυχοσωματικὴ ἑνότητα, εἶναι σῶμα καὶ εἶναι ψυχή, πλασθεὶς
«κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Καὶ τὸ μὲν σῶμα εἶναι τὸ
ὑλικὸν στοιχεῖον, φθαρτὸν καὶ παροδικόν. Ἡ δὲ ψυχὴ εἶναι ἄϋλος
εὐσυνείδητος καὶ ἀθάνατος. Γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸν θάνατον ἡ ψυχὴ δὲν
ἀπόλλλυται, οὔτε καθίσταται ἄφαντος. Ἰσχύει ἐν προκειμένῳ ἡ βιβλικὴ
ἐρωταπόκρισις: «Τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον,
ρύσεται τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ χειρὸς ἅδου;» (Ψ. 89, 49) καὶ «Πλὴν ὁ Θεός,
λυτρώσεται  τὴν ψυχὴν μου ἐκ χειρὸς ἅδου, ὅταν λαμβάνῃ με» (Ψ. 49,
16). Καὶ τὸ μὲν σῶμα θάπτεται στὴ γῆ καὶ ἡ Ἐκκλησία αὐτὸ συνιστᾶ μὴ
δεχομένη τὴν καύση τῶν νεκρῶν, ἡ δὲ ψυχὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ, βλέπει,
διανοεῖται, ἐπιθυμεῖ. Ἄλλωστε εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν
συγκεκριμένη εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὁ Κύριος ἀπευθύνθηκε στὸν νεκρὸ υἱὸ
τῆς χήρας τῆς Ναῒν, ὄχι βέβαια στὸ ἄψυχο πτῶμα ἀλλὰ πρὸς τὴν ψυχή του
καὶ ἀνεκάλεσε τὴν ἀποχωρισθεῖσα ἀπὸ τὸ σῶμα ψυχή. Καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ νέου
ἐπανῆλθε στὸ νεκρὸ σῶμα καὶ ἀνέζησε.  Τὸ  ἴδιο καὶ στὴν περίπτωση

τῆς  θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου, καὶ στὸν Λάζαρο. Πρὸς τὴν ψυχὴ ἀπευθύνθηκε
καὶ μὲ τὴν προσταγή του ἐπανῆλθε ἡ ζωὴ καὶ στὴν θυγατέρα καὶ στὸν φίλο
Λάζαρο. Τὸ ἴδιο, μᾶς ὑπενθυμίζει καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Ἀβραάμ, καὶ τοῦ
ἀσπλάχνου πλουσίου. Τὸ πλέον σημαντικὸ ὅμως εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ
Ἴδιος ὁ Χριστὸς μετὰ τὸν σταυρικὸ Του θάνατο «τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι
πορευθεὶς ἐκήρυξε καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη» (Α’ Πετρ. 3, 19 καὶ
4,6). Δηλ. ἡ ψυχὴ τοῦ Θεανθρώπου εὐθὺς μετὰ τὸν θάνατό Του κατῆλθεν
στὶς ψυχὲς ποὺ βρισκόντουσαν στὸν Ἅδη αἰχμαλωτισμένες καὶ κήρυξε σ’
αὐτὲς τὸ Εὐαγγέλιο τῆς λυτρώσεως καὶ σωτηρίας. Ὡραιότατα διατυπώνει
τὴν διδασκαλία αὐτὴ τὸ τροπάριον ὅταν ὁ ἱερεὺς μετὰ τὴν προσκομιδὴν
θυμιᾶ τὴν Ἁγία Τράπεζα ποὺ συμβολίζει τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ καὶ λέγει:
«Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ἅδῃ δὲ μετὰ ψυχῆς ὡς Θεὸς…ὑπάρχεις Χριστέ…». Ἡ
ψυχὴ ζεῖ. Ὁ Θεός μας δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ Θεὸς ζώντων. Ἔτσι ὁ
θάνατος δὲν εἶναι χαμὸς καὶ ἐκμηδένισις. Εἶναι πρόσκαιρος χωρισμὸς τῆς
ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος. Ὁ θάνατος εἶναι μία κοίμηση, εἶναι ὕπνος
μακρότερος τοῦ συνήθους ὡς λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε
ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀθάνατος, ἀλλὰ φορτώθηκε τὸν θάνατο μετὰ τὴν πτώση του.
«Φθόνῳ τοῦ διαβόλου ἀπατηθεὶς ὁ Ἀδὰμ τῆς βρώσεως μετέσχε, τῶν ἐντολῶν
τοῦ Θεοῦ παραβάτης γεγονώς». Ὡς ἔλεγε σύγχρονος μεγάλος ἅγιος Πατὴρ
τῆς Ἐκκλησίας «εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ εἴμαστε ἀθάνατοι». Ὡστόσο ἡ
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἄφησε τὸν ἄνθρωπο στὸν θάνατο. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ
Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατός Του καὶ Ἀνάστασή Του
νίκησαν τὸν θάνατο, νίκησαν τὸν σκοτεινὸ Ἅδη καὶ ἄνοιξαν τὴν πύλη πρὸς
τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. «Ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ
θάνατος» (Α΄ Κορ. 15, 26). Ἔτσι ὁ θάνατος δὲν εἶναι τέλος. Εἶναι
διάβαση σὲ  μία ἄλλη κατάσταση, στὴν κατάσταση τῆς ὄντως ζωῆς.

*

    Βεβαίως μὲ τὸν θάνατο ὁ πόνος ποὺ νοιώθουμε εἶναι φυσικός. Ἄνθρωποι
εἴμεθα. Λυπούμεθα, πονοῦμεν, κλαίομεν. Νὰ κλαίομε τοὺς κεκοιμημένους
μας. Ὡς λέγει τὸ βιβλικὸ χωρίο «Ἐπὶ νεκρῷ κατάγαγε δάκρυα» (Σοφ.
Σειράχ, 38, 16). Ἀλλὰ ἡ στάση μας πρέπει νὰ εἶναι  αὐτὴ ποὺ λέγει ὁ
Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος. Τονίζει: «Μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποί,
οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα ἀναστάσεως» (Α’ Θεσσ. 5, 13). Δηλ. δὲν θὰ πρέπει
νὰ λυπούμεθα καὶ νὰ στενοχωρούμεθα ὡς νὰ μὴν ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση.
Τέτοια λύπη χωρὶς ἐλπίδα παρουσιάζουν οἱ μὴ γνωρίζοντες τὴν θεία
διδασκαλία. Ἡ ὑπερβολὴ τῆς θλίψεως ἄλλωστε δὲν εἶναι  ὀρθὴ  γιατὶ
ὁδηγεῖ σὲ ἀπόγνωση καὶ ἀπελπισία. Ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ


πιστεύουμε καὶ στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή. Καὶ τὴν παρηγορία καὶ
παραμυθία θὰ τὴν δώσει μόνον ὁ Θεός. Ἄλλες «κοσμικοῦ τύπου»
δραστηριότητες γιὰ νὰ ξεχαστεῖ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου καὶ νὰ παύσει ἡ
θλίψη δὲν μποροῦν στὸ βάθος νὰ ἡρεμήσουν τὸν ἄνθρωπο. Ἡ παρηγορία δὲν
ἔρχεται ἀπὸ ὡραιοποιημένες ψευδαισθήσεις, οὔτε ἀπὸ ψυχολογικοῦ τύπου
τεχνάσματα καὶ λόγια ἀόριστα, οὔτε μὲ χάπια. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ.
Ξεγελοῦν πρόσκαιρα τὸν πενθοῦντα ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ «πατὴρ
οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως» (Β΄ Κορ. 1, 3). Ἡ πενθοῦσα ψυχὴ
θὰ παρηγορηθεῖ μόνον στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, στὴ θεία Διδασκαλία, στὴ
λατρεία καὶ στὰ ἀγαθὰ ἔργα. Ἐν προκειμένῳ  γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ
πένθους οἱ σοφοὶ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐξόχως
διαφωτιστικοί:
    Ἰδοὺ τί ἔγραφεν ὁ Μέγας Βασίλειος πρὸς τὸν φίλον του Νεκτάριο, τοῦ
ὁποίου εἶχεν ἀποθάνει ὁ νεαρὸς υἱός του: «Ἐὰν θέλωμεν νὰ θρηνῶμεν κατὰ
τὸ μέγεθος τοῦ δυστυχήματος, δὲν θὰ μᾶς ἀρκέσῃ ὁ χρόνος τοῦ βίου· καὶ
ὅλοι δὲ οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν στενάζουν μαζί μας, πάλιν ὁ ὀδυρμός των δὲν
θὰ εἶναι ἀρκετὸς διὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ σου· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὰ νερὰ
τῶν ποταμῶν γίνουν δάκρυα, δὲν θὰ ἀρκέσουν διὰ τὸν θρῆνον τοῦ θλιβεροῦ
συμβάντος. Δι’ αὐτὸ ἂς θελήσωμεν νὰ ἀναλογισθῶμεν τώρα τὸ δῶρον τοῦ
Θεοῦ, τὸ ὁποῖον οὗτος ἐναπέθεσεν εἰς τὰς καρδίας μας.  Ἐννοῶ τὸ
σώφρονα λογισμό, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ κατὰ τὰς εὐτυχίας μας νὰ θέτῃ
ὅρια εἰς τὰς ψυχάς μας καὶ κατὰ τὰς δυστυχεστέρας περιστάσεις γνωρίζει
νὰ μᾶς ὑπενθυμίζῃ, ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πλήρης τοιούτων
δυστυχημάτων καὶ ὅτι εχομεν πολλὰ παραδείγματα τῶν ἀνθρωπίνων
συμφορπῶν. Μᾶς ὑπενθυμίζει ἀκόμη, ὅτι πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ εἶναι,  ἡμεῖς
οἱ πιστεύοντες εἰς Χριστόν, νὰ μὴ λυπούμεθα διὰ τοὺς ἀποθανόντας,
διότι ἐλπίζομεν εἰς τὴν ἀνάστασιν καὶ ὅτι, διὰ τὴν ὑπομονὴν ποὺ θὰ
δείξωμεν, μεγάλοι στέφανοι δόξης μᾶς ἐπιφυλάσσονται ἀπὸ τὸν
μισθαποδότην Θεόν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ σκεφθῶμεν ὅλα αὐτά, ἴσως θὰ
εὕρωμεν μετρίαν τινὰ λύσιν τοῦ κακοῦ. Διὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ, νὰ
ὑπομείνῃς τὴν μεγάλην θλῖψιν ὡς γενναῖος ἀγωνιστὴς καὶ νὰ μὴ λυγίσῃς
ἀπὸ τὸ βάρος τῆς λύπης, μηδὲ νὰ ἀποκάμῃ ἡ ψυχή σου. Ἔχε ὑπ’ ὄψη σου,
ὅτι ἂν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοῶμεν πάντοτε τὸ διατὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει
τοῦτο ἢ τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ὅμως κάθε τι, ποὺ ἐπιτρέπει ὁ πάνσοφος καὶ
πανάγαθος Θεὸς νὰ μᾶς συμβαίνῃ, πρέπει μὲ ὑπομονὴν νὰ τὸ δεχώμεθα,
ἔστω κι’ ἂν μᾶς προκαλεῖ τὸν πόνο. Αὐτὸς μόνον γνωρίζει νὰ παρέχῃ εἰς
τὸν καθένα ὅ,τι τὸν συμφέρει καὶ τὸν ὠφελεῖ. Αὐτὸς γνωρίζει καὶ διατὶ
δὲν ἀποθνήσκομεν ὅλοι εἰς τὸ αὐτὸ ὅριον τῆς ἡλικίας  μας, ἔστω κι  ἂν
διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Οἱ μὲν ἀπέρχονται τοῦ βίου
τούτου    ταχύτερον,  οἱ  δὲ    ἀφήνονται  περισσότερον  χρόνον
νὰ


ταλαιπωροῦνται εἰς τὸν ὀδυνηρὸν τοῦτον βίον. Ὥστε εἰς ὅλας τὰς
περιστάσεις τοῦ βίου πρέπει νὰ προσκυνῶμεν τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ
καὶ νὰ μὴ δυσανασχετῶμεν. Τοὐναντίον πάντοτε ἂς ἔχωμεν κατὰ νοῦν τοὺς
μεγάλους καὶ ἀθανάτους ἀληθῶς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ Μέγας ἀθλητὴς Ἰὼβ
εἶπεν, ὅταν εἶδεν εἰς βραχὺ διάστημα χρόνου νὰ ἁρπάζονται αἰφνιδίως
ἀπὸ τὸν θάνατον τὰ δέκα παιδιά του: «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος
ἀφείλετο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο». Τοὺς λόγους αὐτοὺς
τοῦ Ἰὼβ ἂς ἐγκολπωθῶμεν, και ἂς μιμηθῶμεν τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ὑπομονῆς.
Ὅσοι δείξουν τὴν ἰδίαν μὲ ἐκεῖνον ἀνδρείαν, θὰ λάβουν παρὰ τοῦ δικαίου
Κριτοῦ ἀμοιβὴν ἴσην πρὸς τὴν ἀμοιβὴν ἐκείνου.
    Ὄχι! Δὲν ἀπεστερήθημεν αἰωνίως τοῦ παιδός, ἀλλὰ τὸν ἀπεδώκαμεν εἰς
τὸν Δημιουργόν του. Δὲν ἐξηφανίσθη ἡ ζωή του, ἀλλὰ ἔγινε καλύτερα. Δὲν
κατέκρυψεν ἡ γῆ τὸν ἀγαπητόν  μας, ἀλλὰ τὸν ὑπεδέχθη ὁ οὐρανός. Ἂς
ἀναμείνωμεν ὀλίγον καὶ θὰ εἴμεθα πάλιν μὲ αὐτὸν ποὺ ποθοῦμεν. Οὐδὲ
πρόκειται νὰ εἶναι μακρὸς ὁ χρόνος τοῦ χωρισμοῦ, ἀφοῦ ὅλοι εὑρισκόμεθα
εἰς τὸν βίον τοῦτον ὡς ὁδοιπόροι πορευόμενοι πρὸς τὸ αὐτὸ τέρμα, εἰς
τὸ ὁποῖον ὁ μὲν ἕνας φθάνει ἐνωρίτερα, ὁ δὲ ἄλλος ἀργότερα. Μὴ
λησμονῶμεν, ὅτι ἂν ἐνωρίτερα ἀπὸ μᾶς ἐβάδισεν ὁ ἀποθανὼν υἱὸς Του τὴν
ὁδὸν τοῦ θανάτου, ὅλοι θὰ βαδίσωμεν τὴν ὁδὸν αὐτήν καὶ ὅλους μᾶς
περιμένει τὸ ἴδιο κατάλυμα. Ἂς εὐχώμεθα μόνον νὰ ὁμοιωθῶμεν διὰ τῆς
ἀρετῆς πρὸς τὴν καθαρότητα ἐκείνου, ὥστε διὰ τὸ ἄδολον τοῦ ἤθους νὰ
τύχωμεν τῆς αὐτῆς ἀναπαύσεως με τοὺς ἐν Χριστῷ νηπίους». Εἶναι ὑπέροχο
πατερικὸ κείμενο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ παραθέτουμε ὁλόκληρο.
    Ὁ ἄλλος μεγάλος Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἰδοὺ
ποιοὺς παραμυθητικοὺς λόγους ἀπηύθηνε πρὸς τοὺς γονεῖς του ὅταν
ἐξεφώνησε τὸν ἐπιτάφιον λόγον στὸν ἀγαπημένο ἀδελφόν του τὸν ἰατρὸ
Καισάριο.
    «Δεχθῆτε λοιπὸν παρηγορίαν οἱ πρεσβύτεροι παρ’ εμοῦ τοῦ νέου, δεχθῆτε
παρὰ τοῦ τέκνου οἱ γονεῖς… Πόσον χρόνον θὰ ζήσωμεν ἀκόμη, τετιμημένοι
γέροντες, σεῖς, οἱ ὁποῖοι πλησιάζετε εἰς τὸν Θεόν; Πόσον θὰ
κακοπαθήσωμεν ἀκόμη ἐδῶ;…Πόσον προεπορεύθη ἡμῶν ὁ Καισάριος καὶ πόσον
ἀκόμη θὰ πενθήσωμεν αὐτόν; Δὲν θὰ μεταβῶμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν αὐτὸν
τόπον διαμονῆς καὶ δὲν θὰ ἀναπαυθῶμεν μετ’ ὀλίγον ὑπὸ τὸν αὐτὸν λίθον;
Δὲν θὰ εἴμεθα μετ’ ὀλίγον καὶ ἡμεῖς κόνις ὁμοία πρὸς τὴν
ἐκείνου;…Τοιοῦτος, ἀδελφοί, εἶναι ὁ βίος ἡμῶν, τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ εἶναι
πρόσκαιρος. Αὐτὸ εἶναι τὸ παιχνίδι τῆς ζωῆς. Γεννώμεθα χωρὶς νὰ
προϋπάρχωμεν καὶ ἔπειτα ἀποθνήσκομεν. Εἴμεθα ὡσὰν ὄνειρον στιγμιαῖον,
ὡσὰν σκιὰ περαστική, ὡσὰν πουλὶ ποὺ πετᾷ καὶ φεύγει, ὡσὰν πλοῖον,  ποὺ
δὲν  ἀφήνει κανένα σημάδι εἰς τὴν θάλασσαν. Σκόνι εἴμεθα,


ἀτμός, πρωϊνὴ δρόσος, ἄνθρος τὸ ὁποῖον μόλις φυτρώσῃ μαραίνεται.
«Ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως
ἐξανθήσει» (Ψαλ. Ρβ΄ 15).
Στρεφόμενος δὲ πρὸς τὸν νεκρὸν ἀδελφόν του εἶπε: «Περιμένω τὴν φωνὴν
τοῦ ἀρχαγγέλου, τὴν σάλπιγγα τῆς μελλούσης κρίσεως, τὸν
μετασχηματισμὸν τοῦ οὐρανοῦ, τὴν μετατροπὴν τῆς γῆς, τὴν ἀπελευθέρωσιν
τῶν στοιχείων, τὴν ἀνακαίνισιν ὅλου τοῦ κόσμου. Τότε θὰ ἴδω σε, τὸν
ἀγαπημένον μου Καισάριον, ὄχι πλέον ἀποθνήσκοντα, ὄχι φερόμενον εἰς τὸ
μνῆμα, ὄζι πενθούμενον καὶ προκαλοῦντα τὰ δάκρυα, ἀλλὰ λαμπρόν,
ἔνδοξον, ὑψηλόν, ὅλως σὲ ἔχω ἴδει πολλάκις εἰς τὸ ὄνειρόν μου, ὦ
παμφίλτατε καὶ φιλαδελφότατε ἀδελφέ μου».
Καὶ ὁ πρύτανις τῶν ἱεροκηρύκων ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ
χωρίου τοῦ Ἀπ. Παύλου. «Οὐ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν
κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα»
(Α’ Θεσσαλ. Δ΄ 13), ἔλεγε τὰ ἑξῆς:
Ποίους λέγει κεκοιμημένους; Τοὺς ἀποθαμένους,  διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ὁ
λεγόμενος θάνατος, τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ὕπνος μακρὸς καὶ ὅτι,
ὅπως ἐκεῖνος ποὺ κοιμᾶται ξυπνᾶ καὶ σηκώνεται, τοιουτοτρόπως καὶ
ὅποιος ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τοῦ θανάτου, μέλλει νὰ ἐξυπνήσῃ καὶ
ἀναστηθῇ. Μὴ μοῦ εἴπῃς δὲ ὅτι ὁ ἀποθαμένος οὔτε ἀκούει, οὔτε ὁμιλεῖ,
οὔτε βλέπει, οὔτε αἰσθάνεται. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν κοιμισμένον.
Περισσότερον μάλιστα εἰς τὸν κοιμισμένον, ὅσον καὶ ἂν αὐτὸ φαίνεται
παράξενον. Διότι τοῦ κοιμισμένου κοιμᾶται κάπως καὶ ἡ ψυχή του. Ἡ ψυχὴ
ὅμως τοῦ ἀποθαμένου δὲν κοιμᾶται, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε ξύπνια. Ἀλλὰ τὸ
νεκρὸν σῶμα, λέγεις, σαπίζει καὶ καταστρέφεται καὶ γίνεται χῶμα καὶ
στάχτη. Τί σημαίνει ὅμως αὐτό, ἀγαπητέ μου; Ὅταν κανεὶς πρόκεται νὰ
ξανακτίσῃ ἕνα σπίτι ποὺ ἐπάλιωσε, πρῶτον βγάνει ἔξω τοὺς ἐνοίκους του,
καὶ ὕστερα τὸ γκρεμίζει καὶ τὸ ξαναφτιάχνει καλύτερον. Καὶ αὐτὸ δὲν
φέρει λύπην εἰς ἐκείνους, ποὺ ἄφησαν τὸ σπίτι καὶ τὸ εἶδαν νὰ
καταστρέφεται, ἀλλὰ τοὺς εὐχαριστεῖ. Διότι δὲν ὑπολογίζουν τὸ
γκρέμισμα, ἀλλὰ σκέπτονται τὴν νέαν οἰκοδομὴν ποὺ πρόκειται νὰ γίνῃ.
Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐνεργεῖ καὶ ὁ Θεός. Χαλᾶ καὶ διαλύει τὸ σῶμα μας, ἀφοῦ
προηγουμένως βγάνῃ ἔξω τὸν ἔνοικόν του, τὴν ψυχὴν μας, τὴν ὁποίαν θὰ
τὴν ξαναεγκαταστήσῃ εἰς τὸ σῶμα  μὲ περισσοτέραν δόξαν, ὅταν θὰ
ἀνεγείρῃ ἀσυγκρίτως λαμπροτέραν τὴν σωματικήν της κατοικίαν. Ἂς μὴ μᾶς
θλίβῃ λοιπὸν ἡ προσωρινὴ φθορὰ καὶ καταστροφὴ τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἂς μᾶς
εὐφραίνῃ ἡ μέλλουσα αἰωνία λαμπρότης του».

*

Ἐν τέλει, τὸ θέμα ἀνάστασις καὶ ζωὴ εἶναι τὸ μεῖζον. Τὸ θεμέλιο εἶναι
τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ στηριζόμεθα. Ἀπὸ
ἐκεῖ ξεκινᾶμε. Ὁ Χριστὸς «ἐγένετο ἡ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων» (Α΄ Κορ.
15, 20). Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ ἀναστηθοῦμε κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ
Χριστοῦ. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ προάγγελος καὶ τῆς ἰδικῆς μας
ἀναστάσεως. Αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως
«Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ὁ Ἀπ.
Παῦλος εἶναι σαφής: «Ἐπειδὴ δι’ ἀνθρώπου ὁ θάνατος καὶ δι’ ἀνθρώπου
ἀνάστασις νεκρῶν, ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ
ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α’ Κορ. 15, 21-23) καὶ πολὺ
περισσότερο μᾶς ὑπογραμμίζει ὁ ἴδιος ὁ πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος: «Εἰ
πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη οὕτω καὶ Θεὸς τοὺς
κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ» (=θὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ
κληρονομήσουν τὴν αἰώνια ζωή). (Α’ Θεσ. 4, 14). Θὰ ἀναστηθοῦν τὰ
φθαρτὰ σώματά μας κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ
διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Κορυφαῖο παράδειγμα εἶναι ὁ σπόρος ὁ
ὁποῖος σπείρεται καὶ θάπτεται στὴ γῆ, λυώνει στὸ χῶμα ἀλλὰ ὅταν εἶναι
ὁ κατάλληλος καιρὸς αὐτὸς ὁ σαπισμένος σπόρος τῆς γῆς βλαστάνει τὸ νέο
φυτὸ καὶ παράγεται στὴ συνέχεια ὁ νέος στάχυς. Ὡς λέγει ὁ Ἀπόστολος:
«Οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν
ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν
ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει» (Α΄ Κορ. 15, 42-43). Πρὸς τὴν ἡμέρα
τῆς κοινῆς τῶν πάντων ἀναστάσεως κατευθυνόμεθα ὅλοι μας. Ὅλοι χωρὶς
καμμία ἀπολύτως ἐξαίρεση θὰ συνεχίσουμε τὴν μετὰ θάνατον αἰώνια ζωή.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀνομάζεται Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως.
Καὶ διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δίνει μία ἄλλη διάσταση τοῦ θανάτου.
Μᾶς μιλᾶ γιὰ μακαριότητα, γιὰ ἀναπαυση, γιὰ ζωὴ χωρὶς τέλος, γιὰ
αἰωνιότητα ζωῆς.  Τί αἰωνιότητα ὅμως μᾶς περιμένει; Στὸ φῶς τῆς θέας
τοῦ Θεοῦ ἢ στὸ σκότος τὸ ἐξώτερον; Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται. Ἀπὸ τὸ «νῦν»
ἐξαρτᾶται τὸ «ἀεί».
Γι’ αὐτὸ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ μπροστὰ στὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου εἶναι
ἐξόχως παρηγορητικὸς καὶ ἐλπιδοφόρος. Εἶναι ἡ θεία μεγίστη
διαβεβαίωση: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ἰω. 11, 25),
γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή.-

 

  • Τρίτη
    19 Ιουνίου

    Ιούδα του αποστόλου, Παϊσίου και Ζήνωνος οσίων, Ζωσίμου μάρτυρος