diaxoristiko2

DIAHORISTIKO

farmakeia

DIAHORISTIKO

O KAIROS

Ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἦταν ἕνα συνταρακτικό γεγονός στήν ζωή τους, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τους καί καθορίζει τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μέ τήν πτώση αὐτή ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, καί ἔτσι ἐπῆλθε ὁ θάνατος, πρῶτα ὁ πνευματικός καί στήν συνέχεια ὁ σωματικός.
Ὁ Ἀδάμ πρό καί μετά τήν πτώση
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμήνευσαν, μέσα ἀπό τήν δική τους πνευματική ἐμπειρία πού εἶχαν, τό πῶς ζοῦσε ὁ Ἀδάμ πρό τῆς πτώσεως στόν Παράδεισο καί τί ἔγινε μετά ἀπό αὐτήν. Δηλαδή, μέ βάση τήν ζωή τῆς θεώσεως πού ζοῦσαν περιέγραψαν τήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων στόν Παράδεισο, ἀλλά καί τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς μετά τήν πτώση.
 Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει λόγο γιά τήν ἀγγελική ζωή τῶν Πρωτοπλάστων πρίν τήν πτώση, ἀφοῦ δέν φλέγονταν ἀπό ἐπιθυμίες καί πάθη, δέν ὑπόκειντο στις ἀνάγκες τῆς φύσεως, ἦταν ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι καί δέν χρειάζονταν νά φορέσουν ἱμάτια. «Καθάπερ ἄγγελοι οὕτω διῃτῶντο ἐν τῷ παραδείσῳ, οὐχ ὑπό ἐπιθυμίας φλεγόμενοι, οὐχ ὑπό ἑτέρων παθῶν πολιορκούμενοι, οὐ ταῖς ἀνάγκαις τῆς φύσεως ὑποκείμενοι, ἀλλά δι' ὅλου ἄφθαρτοι κτισθέντες καί ἀθάνατοι, ὅπουγε οὐδέ τῆς τῶν ἱματίων περιβολῆς ἐδέοντο». Ἦταν γυμνοί, ἀλλά «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι, δι' ὅ οὐδέν ἠσχύνοντο».
 Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου. Γράφει: «Τοιγαροῦν καί ἐπλάσθη σῶμα μέν ἔχων ὁ Ἀδάμ ἄφθαρτον, ὑλικόν μέντοιγε καί ὅλον οὔπω πνευματικόν, καί ὡς βασιλεύς ἀθάνατος ἐν ἀφθάρτῳ κόσμῳ, οὐ λέγω μόνῳ τῷ παραδείσῳ, ἀλλ' ἐν πάσῃ τῇ ὑπ' οὐρανόν, κατέστη ὑπό τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ».

Σέ ἕνα ποίημά του παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς, δηλαδή ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς ἔβλεπε τά κτίσματα, ἐνῶ μέ τούς νοερούς ὀφθαλμούς «πρόσωπον ἔβλεπεν ἐμοῦ τοῦ κτίστου, ἐθεώρει μου τήν δόξαν καί ὡμίλει μοι καθ' ὥραν». Μετά, ὅμως, πού ἔφαγε τό ξύλο «ἀπετυφλώθη καί ἐγένετο ἐν σκότει τοῦ θανάτου».
 Εἶναι ἀξιόλογη ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου: «Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώρισε στόν Παράδεισο τήν γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης». Ἐνθυμούμενος δέ, μετά τήν πτώση, αὐτήν τήν ζωή «θλιβόταν καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς ἀναστεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του: "Λύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό". Δέν μετάνοιωσε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού προσείλκυε ἀκόρεστα τήν ψυχή στόν Θεό». Ἔτσι, ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος» γινόταν λόγῳ τῆς μεγάλης ἀγάπης πού γνώρισε ὁ Ἀδάμ στόν Παράδεισο πρίν τήν πτώση. «Ὁ Ἀδάμ πορευόταν ἐπάνω στήν γῆ καί δάκρυζε ἀπό τόν πόνο τῆς καρδιᾶς, καί μέ τό νοῦ του σκεπτόταν ἀδιάκοπα τόν Θεό. Καί ὅταν τό ταλαιπωρημένο σῶμα του δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε τό πνεῦμα του φλεγόταν γιά τόν Θεό, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήσει τό κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὅλο καί περισσότερο ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ ἀγαποῦσε τόν Θεό καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν».
 Ὁ ἅγιος Σιλουανός παρουσιάζει τόν Ἀδάμ νά διηγῆται τήν ζωή πού πέρασε στόν Παράδεισο, ἀλλά νά λέγη καί τόν πόνο πού αἰσθανόταν στήν ἐξορία, λόγῳ τῆς ἀναμνήσεως τοῦ ἀγαπημένου Θεοῦ: «Στόν Παράδεισο ἤμουν χαρούμενος, μέ εὔφρανε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν, ὅμως, ἐξορίστηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μέ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μέ ἀποφεύγουν· οἱ κακές σκέψεις τάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· μέ ἔκαιγε ὁ ἥλιος καί μέ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ, ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στόν Θεό».
Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ὡς ἡ φθαρτότητα καί ἡ θνητότητα
Ἡ Παλαιά Διαθήκη γράφει ὅτι ὁ Θεός μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας μέ τήν ἀγάπη Του ἔραψε δερμάτινους χιτῶνες γιά νά φορέσουν καί νά σκεπάσουν τήν γύμνωσή τους. «Καί ἐποίησεν Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ καί τῇ γυναικί αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καί ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. γ΄, 21). Αὐτό τό χωρίο δείχνει ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχασε τήν προηγούμενη δόξα του, καί, ἐνῶ πρῶτα ἦταν πάνω ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, τώρα δέχεται τήν ἐπήρειά του καί ἔχει ἀνάγκη νά δεχθῆ κάτι προστατευτικό. Ὁπότε, ὑπῆρξε μιά συνταρακτική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό. Ἡ διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔραψε τούς δερμάτινους χιτῶνες θέλει νά δείξη τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία Του στόν ἄνθρωπο, ἀκόμη καί στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς του. Ἔτσι, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά συγχρόνως καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί εὐλογία γιά τήν σκληρότητα τῶν συνθηκῶν τῆς πτωτικῆς ζωῆς. 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφερόμενος στό γεγονός τῆς πτώσεως, κάνει λόγο γιά «ζόφωσιν» τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, γιά «γύμνωσιν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν «ἄφθονον χάριν τοῦ Πνεύματος» καί γιά «ἔνδυσιν τῶν δερματίνων χιτώνων» πού εἶναι οἱ χιτῶνες «τῆς νεκρώσεως».
Κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ δερμάτινοι χιτῶνες δέν εἶναι ἁπλῶς τά ἐνδύματα πού φόρεσαν οἱ ἄνθρωποι γιά νά προστατευθοῦν ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλά εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού προσέλαβε ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί ἀπό τά ὁποῖα προηγουμένως οἱ Πρωτόπλαστοι ἦταν ἐλεύθεροι, ἀπαλλαγμένοι.
.Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύουν τούς δερμάτινους χιτῶνες ὡς τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, πού εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων. Ὁπότε, τό συνταρακτικό γεγονός τῆς πτώσεως, πού συνδεόταν μέ τήν ἀπώλεια τῆς θείας ζωῆς, τήν γύμνωση ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ζόφωση, συνεχίζεται μέ τήν ἀλλαγή ὅλης τῆς ψυχοσωματικῆς συγκροτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί εἶναι μιά τραγική κατάσταση. Στήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων μετά τήν πτώση ἔγινε κάτι τραγικό.
 Εἰδικότερα, στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε πολλές ἑρμηνευτικές ἀναλύσεις σχετικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες μέ τούς ὁποίους ἐνέδυσε ὁ Θεός τούς Πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση. Εἶναι κάτι πού ἐνδύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό περιβάλλον, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχασε κάτι πού εἶχε. Πρίν τήν πτώση ἐνδυόταν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού κυριαρχοῦσε στήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀλλά στήν συνέχεια αὐτό τό θεῖο ἔνδυμα ἀντικαταστάθηκε ἀπό τούς δερμάτινους χιτῶνες. Πρόκειται γιά τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα, τήν ζωή τῶν ἀλόγων ζώων πού εἰσῆλθε στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ζοῦσε στόν Παράδεισο ὡς ἄγγελος.
 Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες καί δίνει τήν θεολογική ἑρμηνεία τους. Γράφει ὅτι στήν πρώτη ζωή, πού δημιούργησε ὁ Θεός, δέν ὑπῆρχε οὔτε γῆρας, οὔτε νηπιότητα, οὔτε τά πάθη ἀπό διάφορες ἀσθένειες, οὔτε κάτι ἄλλο ἀπό τήν σωματική ταλαιπωρία, ἀφοῦ δέν ἦταν δυνατόν νά δημιουργήση ὅλα αὐτά ὁ Θεός, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν κάτι τό θεῖο προτοῦ ὁρμήση στήν ἀνθρωπότητα τό κακό. «Ταῦτα δέ πάντα τῇ εἰσόδῳ τῆς κακίας ἡμῖν συνεισέβαλεν». Στήν συνέχεια λέγει ὅτι ἡ φύση μας μέ τήν πτώση ἔγινε ἐμπαθής καί ἔτσι ἀναγκαστικά ὑπέστη ὅλα ὅσα εἶναι ἐπακόλουθα τῶν παθῶν. Ὅλα τά ἐμπαθῆ «ἐκ τῆς ἀλόγου ζωῆς τῇ ἀνθρωπίνῃ κατεμίχθη φύσει», ἐνῶ προηγουμένως δέν ὑπῆρχαν στόν ἄνθρωπο. Κάνοντας λόγο γιά τούς δερμάτινους χιτῶνες γράφει: «δέρμα δέ ἀκούων τό σχῆμα τῆς ἀλόγου φύσεως νοεῖν μοι δοκῶ, ᾧ πρός τό πάθος οἰκειωθέντες περιεβλήθημεν». Ἀναλυτικά, στούς δερμάτινους χιτῶνες, σέ αὐτά δηλαδή πού προσέλαβε «ἀπό τοῦ ἀλόγου δέρματος», περιλαμβάνονται «ἡ μίξις, ἡ σύλληψις, ὁ τόκος, ὁ ῥύπος, ἡ θηλή, ἡ τροφή, ἡ ἐκποίησις, ἡ κατ' ὀλίγον ἐπί τό τέλειον αὔξησις, ἡ ἀκμή, τό γῆρας, ἡ νόσος, ὁ θάνατος».
 Στό Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου ἔργο του ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἀναφέρεται στά ἄλογα πάθη πού εἶναι μέσα μας καί ἔχουν ἀφορμή καί συγγένεια «πρός τήν ἄλογον φύσιν». Στόν πεπτωκότα ἄνθρωπο εἰσῆλθε ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων, ὡς πρός τόν τρόπο τῆς γενέσεως. «Οἷς γάρ ἡ ἄλογος ζωή πρός συντήρησιν ἑαυτῆς ἠσφαλίσθη, ταῦτα, πρός τόν ἀνθρώπινον μετενεχθέντα βίον, πάθη ἐγένετο». Ἀναφερόμενος στά διάφορα πάθη τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς λέγει ὅτι ὅλα αὐτά καί τά παρόμοια εἰσῆλθαν στήν κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου «διά τῆς κτηνώδους γενέσεως».
 Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στούς δερμάτινους χιτῶνες: «Ἐξόριστος γίνεται (ὁ Ἀδάμ) καί τούς δερματίνους ἀμφιέννυται χιτῶνας (ἴσως τήν παχυτέραν σάρκα καί θνητήν καί ἀντίτυπον)».
 Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στό γεγονός τῆς πτώσεως, στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μέ τόν δελεασμό τοῦ διαβόλου, δέν φύλαξε τήν ἐντολή τοῦ δημιουργοῦ καί γι' αὐτό γυμνώθηκε ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκδύθηκε τήν παρρησία πρός τόν Θεό καί στήν συνέχεια σκεπάσθηκε ἀπό τά φύλλα τῆς συκῆς, πού εἶναι ἡ τραχύτητα «τοῦ μοχθηροῦ βίου». Ἔπειτα, ἐνδύθηκε τά νεκρά δέρματα, δηλαδή περιεβλήθηκε τήν νέκρωση «ἤτοι τήν θνητότητα καί παχύτητα τῆς σαρκός» καί ἐξορίσθηκε ἀπό τόν Παράδεισο καί ἔτσι ἔγινε κατάκριτος στόν θάνατο καί ὑποχείριος στήν φθορά.
 Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης στόν Κανόνα του (τόν λεγόμενο Μέγα Κανόνα) κάνει εὐρύτατη ἀναφορά στήν κατάσταση αὐτή. Κάνει λόγο γιά ἀμαύρωση τοῦ ὡραίου τῆς ψυχῆς· γιά τήν ἀπώλεια τοῦ πρωτοκτίστου κάλλους καί τῆς εὐπρέπειας· γιά σπίλωση τοῦ χιτῶνος τῆς σαρκός καί καταρρύπωση τοῦ κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωση· γιά διάρρηξη (ξέσκισμα) τῆς πρώτης στολῆς τήν ὁποία ἐξύφανε «ὁ Πλαστουργός ἐξ ἀρχῆς, καί ἔνθεν κεῖμαι γυμνός»· γιά ἔνδυση μέ τόν «διερρηγμένον χιτῶνα»· γιά ἔνδυση μέ «τούς δερματίνους χιτῶνας», πού κατέρραψε ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ προηγουμένως τόν γύμνωσε «τῆς θεοϋφάντου στολῆς» (ὠδή β´).
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπέκδυση τῶν δερματίνων χιτώνων
Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ἑκουσίως τό φθαρτό καί τό θνητό σῶμα, χωρίς τήν ἁμαρτία, γιά νά νικήση τόν θάνατο ἐπάνω Του καί νά γίνη ἔτσι τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας στόν ἄνθρωπο, ὥστε στήν συνέχεια καί ἐκεῖνος μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἀποβάλη σιγά-σιγά τούς δερμάτινους αὐτούς χιτῶνες καί νά ἰσχύση ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ´, 27). Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἀπεκδυθῆ τούς δερμάτινους χιτῶνες, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τήν γύμνωση καί νά ἐνδυθῆ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά φωτισθῆ τό κατ' εἰκόνα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ νά εἰσέλθη στήν πραγματική οἰκία τοῦ Πατρός, πού εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στόν βαθύτερο σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναφορικά μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες. Ὁμιλώντας γιά τήν Παναγία, πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, λέγει ὅτι τώρα δέν εἴμαστε ἔρημοι, μή ἔχοντας τήν λαμπρότητα τῆς θείας εἰκόνας, τήν πλούσια Χάρη τοῦ Πνεύματος: «Οὐκέτι γάρ ἡμεῖς γυμνοί καί ἀνείμονες καί τῆς θείας εἰκόνος μή φέροντες τήν λαμπρότητα καί τήν ἄφθονον χάριν σεσυλημένοι τοῦ Πνεύματος». Ἀναφερόμενος δέ στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ λέγει: «τεθέωμαι μέν ὁ ἄνθρωπος, ὁ δέ θνητός ἠθανάτισμαι καί τούς δερματίνους χιτῶνας ἐκδέδυμαι• τήν γάρ φθοράν ἀπημφίασμαι καί ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς θεότητος». Ὁ ἴδιος, ὁμιλώντας στήν Γέννηση τῆς Παναγίας μας, τήν ἀποκαλεῖ ἀμνάδα πού γέννησε τόν Ποιμένα, ὁ Ὁποῖος θά ἐνδύση τό πρόβατο, ἀφοῦ θά ξεσχίση τούς χιτῶνες τῆς νεκρώσεως: «ἡ γάρ ἀμνάς τίκτεται, ἐξ ἧς ὁ ποιμήν περιβαλεῖται τό πρόβατον καί τούς χιτῶνας διαρρήξει τῆς πάλαι νεκρώσεως».
.Σέ ἄλλο κείμενό του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του δέν παραμέλησε τόν ἐξόριστο ἄνθρωπο πού φόρεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας καί ἔτσι Αὐτός πού τοῦ ἔδωσε τό εἶναι τοῦ χαρίζει καί τό εὖ εἶναι. Ἀφοῦ τόν διαπαιδαγώγησε μέ πολλούς τρόπους στήν συνέχεια ἐνηνθρώπησε, ἐνδύθηκε ὁ Ἴδιος τό φθαρτό καί θνητό σῶμα γιά νά νικήση τόν θάνατο. Ἐπειδή ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο «ὥσπερ τι θηρίον ἄγριον καί ἀνήμερον τόν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον» ἔπρεπε αὐτός πού θά τόν ἐλευθέρωνε νά εἶναι ἀναμάρτητος καί ὄχι ὑπεύθυνος γιά τόν θάνατο πού προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία. Συγχρόνως ἔπρεπε ἡ ἀνθρώπινη φύση νά νευρωθῆ καί νά ἀνακαινισθῆ καί νά διαπαιδαγωγηθῆ μέ ἔργο καί νά διδαχθῆ τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς πού ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν φθορά καί τόν ποδηγετεῖ «πρός τήν ζωήν τήν αἰώνιον». Αὐτό ἔγινε μέ τόν Χριστό ὁ ὁποῖος προσέλαβε σάρκα παθητή καί θνητή, χωρίς ἁμαρτία, καί πάλεψε μέ τόν ἐχθρό καί τόν νίκησε.
.Ἔτσι, μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή, μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τίς ἀσθένειες καί τόν θάνατο καί ἀποκτᾶ αἴσθηση ζωῆς τῆς ἀθανάτου. Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος θά γράψη: «Ἡ ἀγάπη γλυκυτέρα τῆς ζωῆς. Καί γλυκυτέρα ἡ κατά Θεόν σύνεσις, ἐξ ἧς ἡ ἀγάπη τίκτεται ὑπέρ μέλι καί κηρίον. Οὐκ ἔστι λύπη τῇ ἀγάπῃ, δέξασθαι ὑπέρ τῶν ἀγαπώντων αὐτήν μέγαν θάνατον. Ἡ ἀγάπη γέννημά ἐστι τῆς γνώσεως. Καί ἡ γνῶσις, γέννημά ἐστι τῆς ὑγείας τῆς ψυχῆς. Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς ἐστί δύναμις, ἥτις ἐκ τῆς ὑπομονῆς τῆς μακρᾶς γέγονεν». Στήν ἐρώτηση τί εἶναι ἡ γνώση ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις τῆς ζωῆς τῆς ἀθανάτου». Καί στήν ἐρώτηση τί εἶναι ζωή ἀθάνατη ἀπαντᾶ: «Αἴσθησις ἐν Θεῷ. Ὅτι ἐκ τῆς συνέσεως ἡ ἀγάπη. Ἡ δέ κατά Θεόν γνῶσις, βασιλεύς ἐστι πασῶν τῶν ἐπιθυμιῶν, καί τῇ δεχομένῃ καρδίᾳ αὐτήν, πᾶσα ἐν τῇ γῇ γλυκύτης περισσή ἐστι. Τῇ γάρ γλυκύτητι τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἔστιν οὐδέν ὅμοιον».

ΠΗΓΗ: parembasis.gr (Tό εἴδαμε στην christian-vivliografia)

  • Πέμπτη
    21 Ιουνίου

    Ιουλιανού Ταρσέως, Νικήτα του Νισυρίου