diaxoristiko2

DIAHORISTIKO

farmakeia

DIAHORISTIKO

O KAIROS

 

 

Καλοκαιρινή περιπέτεια.
(διήγημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)

 

«Δύσκολοι καιροί.
Στάσιμα νερά τρῶνε
τά θεμέλια»*

 

Θελήσαμε νά ξεφύγουμε ἀπό τούς «δύσκολους καιρούς». Ἀνεβήκαμε λαχανιασμένοι σέ ἀπόκρημνα μέρη μέ κίνδυνο τή ζωή μας. Φτάσαμε σέ μιά ξεχασμένη σπηλιά καί νομίσαμε ὅτι εἴχαμε κερδίσει ὅλο τόν κόσμο. Ἐκεῖνο τό βράδυ διανυκτερεύσαμε στή φιλόξενη σπηλιά. Ἀνάψαμε μάλιστα καί μιά φωτιά ἀπό ξερόκλαδα τοῦ δάσους γιά νά πάρει τήν ὑγρασία. Κοιμηθήκαμε ὥς τό πρωί καί ξυπνήσαμε χορτασμένοι ἀπό ὕπνο, ἀλλά μέ τό σῶμα μας νά πονάει ἀπό τά πρόχειρα στρωσίδια.


«Μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία», εἶπες Μάρω, «νά ἀναθεωρήσω ἀπόψε πολλές ἀπόψεις μου σχετικά μέ τή ζωή μου καί τά μελλοντικά μου σχέδια». Σέ ἄκουγα κάπως μηχανικά καί ἀδιάφορα, σκεφτόμενος τά δικά μου προβλήματα καί τίς δικές μου ἀνησυχίες γιά τό μέλλον. Σοῦ ἀπάντησα ἔξω ἔξω, δείχνοντάς σου πώς ἔχουμε ἀρκετό καιρό νά συζητήσουμε γι᾽ αὐτά τά μελλοντικά πράγματα.


«Νίκο» μοῦ ἀποκρίθηκες κάπως ἀνήσυχη. «Ἄς ἀφήσουμε τὠρα αὐτά κι ἄς δοῦμε ποῦ βρισκόμαστε. Ἔχω τήν αἴσθηση πώς ἔχουμε χάσει τόν προσανατολισμό μας», μοῦ εἶπες ἐμφανῶς θορυβημένη. «Δύσκολοι καιροί»! σοῦ ἀπάντησα μέ μιά περιπαιχτική διάθεση.


Ξαφνικά ἄρχισε νά βρέχει μανιωδῶς. Τά ζῶα τοῦ δάσους ἔτρεχαν ἀναστατωμένα στίς κρυψῶνες τους. Ἐμεῖς, εὐτυχῶς, εἴχαμε βρεῖ ἕνα ἀσφαλές μέρος γιά νά προφυλαχτοῦμε. Δέν δείχναμε νά ἀνησυχοῦμε ἰδιαίτερα ἀπό τά ἀπρόσμενα καιρικά φαινόμενα.


«Ἡ ζωή εἶναι ὡραία ἀκόμα καί μέσα σέ τούτη τή σπηλιά» σοῦ εἶπα καί σέ χάιδεψα ἁπαλά στά μαλλιά, παίρνοντας κάθε ἴχνος φόβου ἀπό πάνω σου. Ἔδειχνες νά συμφωνεῖς καί μοῦ ἔσκασες ἕνα πανέμορφο χαμόγελο. Στό ἀνταπέδωσα προσθέτοντας καθησυχαστικά: «Ἄς περιμένουμε νά κοπάσει ἡ μπόρα καί ξεκινᾶμε γιά τό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς».


Ἡ βροχή σταμάτησε ἔπειτα ἀπό τρεῖς ὧρες. Ἔριξε πολύ νερό. «Στάσιμα τά νερά / τρῶνε τά θεμέλια». Τόσο πολύ ἦταν τό νερό πού στήν ἐπιστροφή βουλιάζαμε σέ πολλά σημεῖα καί σκεφτόμασταν ὅτι εἶχε ἤδη φτάσει τό τέλος μας. «Θά μᾶς βροῦν μετά ἀπό κανένα μήνα - ἄν μᾶς βροῦν- θύματα μιᾶς ἀπερίσκεπτης ἐνέργειάς μας», σκεφτόμουν καθώς σέ κράταγα σφιχτά ἀπό τό χέρι.


Φυσικά δέν σοῦ ἀνακοίνωνα τίς μύχιες αὐτές σκέψεις μου, ἀλλά προσπαθοῦσα μέ κάθε τρόπο νά σοῦ δίνω κουράγιο. Ἐσύ ἔδειχνες νά τό καταλαβαίνεις, ἀλλά δέν μοῦ ἔλεγες τίποτε. Μετά ἀπό μιά κοπιαστική πορεία κι ἐξαντλημένοι κυριολεκτικά, βγήκαμε σέ κάποιο ξέφωτο ἀπ᾽ὅπου βλέπαμε νά ἁπλώνεται στά πόδια μας μιά ἀπέραντη καί πανέμορφη πεδιάδα, πού στό τέλος της τήν ἔγλειφε ἕνας συνοικισμός.


«Ἐπιτέλους, φτάσαμε στόν πολιτισμό!» ἀναφώνησες ἀνακουφισμένη. Ὁ λαμπερός ἥλιος ἔλουζε τά βρεμένα σου μαῦρα μαλλιά καί σοῦ τά ἔκανε ἀκόμη πιό ὄμορφα. «Τί περιπέτεια κι αὐτή!» εἶπα κι ἐγώ κι ἔκανα αὐθόρμητα τόν σταυρό μου. «Μήν βιάζεσαι» μέ διέκοψες ἀπότομα. «Ἡ περιπέτεια δέν τελείωσε ἀκόμα. Εἶναι ἤδη μεσημέρι καί ἡ πεδιάδα φαίνεται ἀτέλειωτη. Νά εὔχεσαι νά φτάσουμε στόν συνοικισμό πρίν βραδιάσει...»


Ἦταν Ἰούλιος μήνας κι ὁ ἥλιος ἔκαιγε πάνω ἀπό τά κεφάλια μας. Βγάλαμε τά παγούρια μας καί δροσιστήκαμε μέ τό λιγοστό νερό μας. Γύρω στίς πέντε τό ἀπόγευμα ξαποστάσαμε στόν φιλόξενο ἴσκιο μιᾶς γέρικης βελανιδιᾶς, πού παρουσιάστηκε μπροστά μας ὡς θεόσταλτο δῶρο. Τσιμπήσαμε λίγο ἀπό ἕνα ξερό ψωμί πού εἴχαμε μαζί μας, μαζί μέ λίγα καρύδια καί νιώσαμε νά ἀνακτοῦμε κάπως τίς δυνάμεις μας.


«Στάσιμα τά νερά / τρῶνε τά θεμέλια». Εὐτυχῶς εἴχαμε ξεφύγει ἀπό τά λασπονέρια, ἀπό τόν κἰνδυνο τοῦ θανάτου, ἀπό τό ἐπικίνδυνο χαντάκι πού παραμόνευε νά μᾶς ρουφήξει. «Τό μέλλον εἶναι ἄγνωστο καί ἀβέβαιο» μοῦ εἶχε πεῖ πρίν δύο χρόνια ἕνας γέροντας στό Ἅγιο Ὄρος. «Γι᾽αὐτό, παιδί μου -συνέχισε- πρέπει νά εἴμαστε πάντοτε προετοιμασμένοι πνευματικά». Τότε αὐτά τά λόγια μοῦ εἶχαν φανεῖ ἁπλές φιλοσοφίες καί δέν τούς εἶχα δώσει ἰδιαίτερη σημασία. Τώρα ὅμως πού τό σκέφτομαι, βλέπω ὅτι δίνουν νόημα στή ζωή μου καί μέ κάνουν νά εἶμαι πιότερο προσγειωμένος. Τά νιάτα καί τό νεανικό σφρίγος σοῦ δίνουν πολλές φορές τήν αἴσθηση μιᾶς ἁπατηλής παντοδυναμίας. Ἡ ἀπρόσμενη, ὅμως, πολλές φορές τροπή τῶν γεγονότων, μᾶς διαψεύδει.
Κάθισα γιά λίγο σέ μιά ἀπόμερη γωνιά καί μοῦ ἦρθε ἡ ἐπιθυμία νά γράψω μιά μικρή στροφή, σάν ἀνάμνηση τῆς δύσκολης κατάστασης πού βιώσαμε:

«Ὁ χρόνος φεύγει
δυό δάκρυα κύλησαν
ἀπό τά μάτια.»

«Πάλι γράφεις ποιήματα» μέ ἐπέπληξε ἡ Μάρω.
«Ἀμετανόητος ὀνειροπόλος! Σήκω νά φύγουμε μήν μᾶς βρεῖ τό βράδυ ἐδῶ στήν ἐρημιά» συμπλήρωσε καί μέ χάιδεψε στό κεφάλι, γιατί κατάλαβε ὅτι εἶχα λίγο στενοχωρηθεῖ. Ἀργά τό σούρπυπο συναντήσαμε, ἐπιτέλους, τά πρῶτα σπίτια τοῦ συνοικισμοῦ...

Κάτι ἀδέσποτα σκυλιά μόλις μᾶς εἴδαν τὀσο ταλαιπωρημένους καί ἀναμαλλιασμένους, ἄρχισαν να ἀλυχτοῦν σάν δαιμονισμένα γιά πολλή ὥρα, ὥσπου ξεσήκωσαν ὅλο τό χωριό. Σέ λίγη ὥρα τό γεγονός τῆς ἐπίσκεψής μας εἶχε μαθευτεῖ ἀπό ὅλους. Μᾶς περικύκλωσαν κι ἄρχισαν νά μᾶς ρωτοῦν διάφορα, ἐνῶ ταυτόχρονα μᾶς περιεργάζονταν σάν ἀξιοπερίεργα ὄντα, σάν ἐξωγήινα πλάσμάτα.


Εκεῖνο τό βράδυ προθυμοποιήθηκε νά μᾶς φιλοξενήσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητας στό σπίτι του. Μέχρι ἀργά δεχόμασταν τίς ἀπανωτές διακριτικές μά καί ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις τους.


Εὐτυχῶς, κάποια στιγμή ἀντιλήφθηκαν ὅτι τά βλέφαρά μας ἔκλειναν ἀπό τή νύστα καί μᾶς ἐπέτρεψαν νά πάρουμε ἕναν γλυκύτατο ὕπνο, ἐνῶ τά τριζόνια συνέχιζαν τό ἀσταμάτητο τραγούδι τους...

Ἁγία Παρασκευή

11 Αὐγούστου 2018

 

 

 

 

*Λούλη Τσαμαντάνη, ΧΑΪ-ΚΟΥ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ, σελ. 18, ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015

 

  • Δευτέρα
    24 Σεπτεμβρίου

    Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης, Θέκλης μεγαλομάρτυρος