• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

"ΕΛΑ ΣΑΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΜΕΛΤΕΜΙ..." / Ματθαῖος Μουντές

E-mail Εκτύπωση PDF

http://4.bp.blogspot.com/-M3tJl7nhizw/TjZdxKYjTFI/AAAAAAAAMPI/iTz-4PtXbQ4/s1600/foto%2BXiou.jpg
Δέηση τοῦ Δεκαπενταυγούστου...

Ἔλα σάν αὐγουστιάτικο μελτέμι
- προτοῦ οἱ ἑφτά πληγές σφραγίσουνε τό τέλος -
παραπονεμένος ἄνεμος
νά χαϊδέψης τό κατώφλι μας.
Ἡ φωνή μας σέ περιμένει
- ἔχει ἀπομείνει μονάχη -
τραγούδι ἐπίμονό του τζίτζικα στό κοιμητήρι.
Περιδιάβασε ἀνάμεσα στίς τύψεις μας.
Ἔχει μιά λύπη ἡ δέησή μας,
ἀπό ἕναν παιδικό καιρό, πού ξανανθισε
μιά τρυφερότητα νησιώτικης ἀκρογιαλιᾶς
ποῦ καθρεφτίζει τούς οἰκτιρμούς σου.
Κατέβα ἀπό τούς λόφους,
φέρε τήν πηγή τοῦ ἐλέους σου
ν' ἀναβλύση πλάι στήν πληγή μας.
Μάζεψε πάλι ἐκ περάτων
τά μηνύματα τῆς χαρᾶς,
φόρτωσέ τα πάνω σε δειλινές καμπάνες
ποῦ σημαίνουν τήν Παράκληση
καί φέρτα νά τά καρφώσης
στεφάνι στήν πόρτα μας!

Ματθαῖος Μουντές


Του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού από τη Σκόπελο

Εἰσοδεύοντας σήμερα στὸν πανίερο καὶ εὐκατάνυκτο κόσμο τοῦ πάνσεπτου Δεκαπενταυγούστου, θεωρήσαμε σωστό νὰ παραθέσουμε τὸ ποίημα αὐτὸ τοῦ άγαπημένου τῆς Παναγιᾶς μας ποιητῆ, τοῦ μακαριστοῦ Ματθαίου Μουντέ, τοῦ Χίου.
Δὲν ὑπάρχουν λόγια γιὰ νὰ ἑρμηνευτεῖ ὁ φωτεινὸς καὶ εὐσυγκίνητος ποιητικὸς λόγος τοῦ Μουντέ. Μόνο μέσα μας ὁ στοχασμὸς, ποτισμένος, ὅπως τὸ θερινὸ τὸ μποστάνι, ἀπό τὰ δάκρυα τῶν εὐχητικῶν δεήσεων στὴ Χάρη Της, ἐγγράφει στὸ σημειωματάριο τῆς ψυχῆς λόγους σιωπῆς-ἰκέσιους λόγους, γραμμένους μὲ τὴ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος (ὅσ. Ἰσαάκ ὁ Σῦρος), γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τοὺς διαβάζει ὁ Θεός.
Στὴν Παναγιά μας ἀπευθυνόμαστε μαζί μὲ τὸν ποιητή:
Ἡ φωνή μας σέ περιμένει
- ἔχει ἀπομείνει μονάχη -
τραγούδι ἐπίμονό του τζίτζικα στό κοιμητήρι.
Κι Ἐκείνη ἔρχεται μὲ τὸ μελτέμι τοῦ ἀπόβραδου, ἐκειδὰ δηλ. ποὺ διαβάζουμε τὴν Παρακλησή Της, γιὰ νὰ μᾶς φιλέψει καλωσύνη καὶ ἔγνοια παντοτεινή. Ὅπως κι ἡ Μάνα μας...
Καλόν, καὶ περισσῶς εὐλογημένον ἀπό τὴν ἀψευδῆ Στοργή Της, ἱερὸν Δεκαπενταύγουστο

Πηγή:http://trelogiannis.blogspot.com

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

E-mail Εκτύπωση PDF

Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, είς έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγας εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν.
Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ.Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου.
Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.
Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.
1a.jpg
Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός , υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτο υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.
Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186... εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ'; ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ'; αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;
Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφιών ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι'; όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν έδιδον αρκετόν εισόδημα.
Αλλ'; επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τον έτρωγαν!» Είτα, αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρή κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.
Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ'; έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασιν, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκεν προσοχήν και σημασλιαν εις αυτούς.
Αλλ'; επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα.
Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ'; εμπορεύοντο κ'; εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν η ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημισεία, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ'; εαυτών και τα κτήματα.
Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ'; επ'; εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισταί προθύμως του έδιδαν, αλλ'; απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε κατ'; αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου... Πλην φευ! αυτός δεν ήτο μόνος καϋμός του.
Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ'; ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του... Είχε πρόσφατον πένθος.
-Α! Τώχασα το καϋμένο μ';, το ευάγωγο, τώχασα.
Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη. Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν -;το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών- του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών...
Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας.
Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας -;και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρύΐνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν. Την ημέραν εκείνην θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ'; ονόματι της Κοιμήσεως.
agio oros 000029.jpg
Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον του εν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδον αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ'; άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τα εισάπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του...
Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν... και ανελογίζετο πώς άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από τη γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλης.
-Τώχασα, το καυμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα!...
Ω, δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν -;την οποίαν άλλως τε τρυφερώς ηγάπα-, όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνη της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη... Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του και εθλίβετο...
Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν... Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν'; ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ'; όλον τον Δεκαπενταύγουστον...
Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.
Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα και τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».
Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους,ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε
Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,
Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,
...Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων...» Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως...
Ο γέρο-Φραγκούλης επίστευε και έκλαιεν... Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει... Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχε αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτσα του... και την ηγάπα ακόμη. Αλλ'; όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!
Τώρα εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!» Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες και είχαν πέσει άκαιρα.
Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κ'; εξηκολούθουν να τίκτουν...
Ανελογίζεταο αυτά, κ'; έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», -όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι προ δεκαπέντε ετών... Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.
Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της. πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου. Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου κι'; εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον.
thiv56_ns06.jpg
Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον... Και τότε ο Φραγκούλης ήτο σαράντα χρόνων και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ'; είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν'; αγαπήση... Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ'; έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν του, το Κουμπώ. «Το καϋμένο το ευάγωγο!».
Εκείνην την φοράν, ο παππά-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς:
-Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.
-Τι τρέχει, παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.
-Θα σου έλθει τ'; ασκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα.
Ο Παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; -καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.
-Θάρθη μαζί κι'; η μάνα τους;
-Βέβαια... πιστεύω, είπεν ο παππάς.
Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσερα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον συζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά -;εις ευτελές δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, το οποίον ονόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ'; έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.
Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον Ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κ'; εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.
Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ'; ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι'; εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ,Αδάμ,Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»
Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω.
Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ'; εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.
Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος -;όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ -; Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι'; αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ -; Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον».
Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ'; ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κ.τ.λ.
photographs26.jpg
Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κ'; επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.
Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα -;και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη
ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!... η νύχτα μεγαλώνει... ισημερία τώρα κοντεύει... έχει νύκτα...»
Αλλ'; αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννιούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία» αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας.
Μία απ';αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι'; εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία -;και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης...»
Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ'; εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ'; εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κ'; εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.
- Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το «Κύριε ελέησον», γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ'; ακούνε.
Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν να γράψη. Εννοούσαν να τ'; ακούη κι'; ο Θεός, κι'; η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν'; ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ'; αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατα του παππά, κι'; ο παππάς αν ήθελε να φάη κι'; άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσαις.
Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:
- Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα -; Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!!»
Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγη:
- Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».
Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το Κύριε ελέησον λέγεται τρις και... πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν'; απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «... υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.
Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ'; έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.
Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.
Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή.
- Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λεγ'; η μητέρα, ζωνταρφανά.
Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:
- Τάμαθες, πατέρα; ... Θα παντρέψουμε τ'; Αργυρώ μας ... Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είναι πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ'; Αργυρώ μας ... για να μην κακιώση ο γαμπρος! ...
Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ'; εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν
την Αργυρώ, είτα μετ'; ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν ... Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου και μ'; ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμο της πρωτοτόκου.
Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν'; αγαπήση με την μητέρα.
Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν:
- Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα ... Είναι κάτι κακές γυναίκες εκεί στον μαχαλά στο δρόμο που περνώ, και τις άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της». Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα.
Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.
-Τι έχεις κορίτσι μου; της είπεν ο πατήρ της.
-Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω απ'; τον καϋμό μου!
-Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.
Τω όντι,, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ'; η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχεν δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθεν παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της διά να χαρή, ήτο αργά πλέον. Η τρυφερή παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με τη λαλιάν εις το στόμα.
-Πατέρα! Πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία ... με την μητέρα μαζί!...
Είπε και απέθανε!
19547.jpg
Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του ... Κατόπιν απεσύρθη, κ'; εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν ...
Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο μίαν τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον εν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει.
Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως ... και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».
Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν... αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα -;ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα, με νερόμυλον -;και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.
«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»
Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φων ή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:

ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ (Ζ´Κυρ. Ματθ.)

E-mail Εκτύπωση PDF


Κυριακή ζ´ Ματθαίου
τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ,

Ὁμιλία μὲ θέμα τοὺς τυφλοὺς, 
οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ἀνέβλεψαν σὲ οἰκία.
Καὶ ὅπου γίνεται ἀναφορὰ
καὶ στὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει κάποιος ἀληθῶς πίστη

χωρὶς ἔργα μετανοίας


.     Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς πρὸς χάριν μας, κατὰ τὴν συναναστροφή του μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐθεράπευσε πολλοὺς ὡς πρὸς τὸ σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχὴ τυφλούς. Ἢ μᾶλλον, ἐὰν κανεὶς σκεφθεῖ τὴν ἀνάβλεψη τῆς διανοίας, ποὺ εἶναι ἡ μετάθεση ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη καὶ ἀπὸ τὴν ἄγνοια στὴν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε κἂν νὰ ἀπαριθμήσει τυφλοὺς ποὺ ἀνέβλεψαν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου. Αὐτοὶ εἶναι ἀριθμημένοι μόνον ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀριθμημένες τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας. Ἐὰν ὅμως σκεφθοῦμε τὴν ἀνάβλεψη τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν, καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν θὰ εὕρωμε πολλοὺς νὰ ἔχουν θεραπευθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, ἄλλους μὲ μόνο τὸν λόγο, ἄλλους μὲ τὴν ἁφή. Ὁρισμένους δὲ καὶ μόνον μὲ τὸ νὰ προσπέσουν σ’ Αὐτόν, καὶ μὲ τὸ νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἐπίσης καὶ μερικοὺς ποὺ ἔλαβαν τὴν ἴαση καὶ μὲ τὸ πτύσμα του ἢ καὶ μὲ χρῖσμα πηλοῦ.
.     Πράγματι, ὅταν, καθὼς λέγει ὁ Ματθαῖος, εἶχε ἔλθει κοντὰ στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, «προσῆλθον αὐτῶ ὄχλοι πολλοί, ἔχοντες μεθ’ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφοὺς καὶ ἄλλους πολλούς», οἱ ὁποῖοι ἐρρίφθησαν ὅλοι στὰ πόδια του καὶ τοὺς ἐθεράπευσε, ὥστε καὶ οἱ ὄχλοι τότε νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ τὸν δοξάζουν, βλέποντας κωφοὺς νὰ ὁμιλοῦν, χωλοὺς νὰ περπατοῦν, καὶ τυφλοὺς νὰ ἀναβλέπουν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν εἰσῆλθε «καθήμενος ἐπὶ πώλου», κατὰ τὴν προφητεία, στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τρόπο παράδοξο, ὑμνούμενος ἀπὸ τὰ νήπια ὡς Θεός, ἐθεράπευσε ὅλους τους χωλοὺς καὶ τοὺς τυφλοὺς ποὺ προσῆλθαν ἐκεῖ, ὅπως λέγει ἐπίσης ὁ Ματθαῖος. Καὶ ὅταν ἦλθε στὴ Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αὐτῷ τυφλόν», ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, «καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἅψηται αὐτοῦ». Ὁ δὲ Κύριος, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ἔπτυσε στοὺς ὀφθαλμούς του, ἐπέθεσε σ’ αὐτὸν τὰ χέρια καὶ τὸν ἔκαμε νὰ βλέπει ἀμυδρά. Ἔπειτα ἔθεσε πάλι τὰ χέρια ἐπάνω του καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπει καθαρά. Καθὼς δὲ ἤγγιζε στὴν Ἱεριχώ, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, ἐθεράπευσε μόνο μὲ ἕναν λόγο του τυφλόν, ποὺ εἶχε καθίσει δίπλα στὸν δρόμο καὶ ἐπαιτοῦσε. Μόλις ἐκεῖνος τοῦ ζήτησε τὴν ἴαση τοῦ εἶπε: «ἀνάβλεψον». Ἐξερχόμενος δὲ ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ὅπως λέγει ἐπίσης ὁ Μάρκος, χαρίζει τὴν ὅραση σὲ ἄλλον πάλι τυφλόν, ὀνομαζόμενον Βαρτιμαῖον, υἱὸν τοῦ Τιμαίου, λέγοντας πρὸς αὐτόν, ὅταν τοῦ ἐζήτησε τὴν ἀνάβλεψη: «κατὰ τὴν πίστιν σου γενηθήτω σοι». Ὅταν δὲ εὐρίσκετο στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ εἶδε ἕναν τυφλὸν ἐκ γενετῆς, καθὼς λέγει ὁ Ἰωάννης, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ ζητηθεῖ, ἀλλὰ κινούμενος ἀπὸ μόνη του τὴν ἀγαθότητα, ἀφοῦ ἔπτυσε στὴν γῆ καὶ ἔπλασε πηλό, ἄλειψε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «ὕπαγε, νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ». Ἐπῆγε λοιπὸν καὶ ἐνίφθη. Ὅταν δὲ ἐπανῆλθε, εἶχε ἀποκτήσει τὴν ὅρασή του.
.     Ἀλλὰ καὶ ὅταν εἶχε ἀναστήσει τὴν ἀποθαμένη θυγατέρα τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου, μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅπως θὰ ἀκούσουμε νὰ εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Ματθαῖος, καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες, «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαβίδ». Αὐτὸς εἰσῆλθε μαζί τους στὴν οἰκία καὶ ἀφοῦ ἤγγισε τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», τοὺς ἐθεράπευσε. Ἐκτὸς λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀναφερθεῖ, οἱ τυφλοὶ εἶναι ἕξι. Καὶ νομίζω ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς τυφλοὺς ποὺ εὑρίσκοντο τότε στὴν Ἰουδαία ἢ καὶ στὶς γειτονικὲς περιοχὲς δὲν ἔμεινε ἀφώτιστος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, προεῖπε περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα «κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Ἀλλὰ πῶς δὲν εἶπε ὁ Προφήτης ὅτι ἀπεστάλη γιὰ νὰ δώσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ κηρύξει στοὺς τυφλοὺς ἀναβλέψιν; Ἀκριβῶς, διότι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε στὴν γῆ πρωτίστως γιὰ νὰ ἀνοίξει τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλὰ τοὺς τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖοι ὀφθαλμοὶ ἀποκτοῦν τὴν ἀνάβλεψη διὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Εὐλόγως, λοιπόν, ἡ προφητεία λέγει ὅτι ὁ Κύριος θὰ κηρύξει στοὺς τυφλοὺς ἀνάβλεψη.
.     Ὅπως δὲ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας παραγγέλλει νὰ ζητοῦμε τὰ πνευματικά, λέγοντας «ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον», καὶ ὑπόσχεται νὰ μᾶς προσθέσει καὶ τὰ σωματικά, ἐὰν ἐμεῖς ζητοῦμε τὰ ψυχωφελῆ, λέγοντας «ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», ἔτσι κάμνει καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μας. Διότι ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατῆλθε στὴν γῆ ἀπὸ φιλανθρωπία, γιὰ νὰ διανοίξει μὲ τὸ Εὐαγγελικὸ κήρυγμα τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας, καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν νοητὴ ἀνάβλεψη, προσέθετε καὶ τὴν θεραπεία ὅσων αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν δὲν ἔβλεπαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει πολλὴ ἀντιστοιχία μεταξὺ τῶν δύο ἀναβλέψεων, ἐννοῶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Ὅπως δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς σωματικῶς τυφλούς, ἄλλοι μὲν ἀπέκτησαν ἀμέσως τὴν ἀνάβλεψη, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε «ἀναβλεψον», καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐθεραπεύθη, ἄλλοι δὲ βαθμιαίως, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ πρὶν λάβει τελείως τὴν ἴαση εἶπε ὅτι βλέπει τοὺς ἀνθρώπους σὰν δένδρα νὰ περπατοῦν. Ἔτσι καὶ ὅσοι διὰ τῆς πίστεως ἐδέχθησαν τὴν ἴαση τῶν νοητῶν ὀφθαλμῶν, ἄλλοι μὲν τὴν βρῆκαν ἀμέσως, ὅπως αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τελώνης εὐθὺς ἀνεδείχθη εὐαγγελιστής, ἐνῶ ἄλλοι βαθμιαίως, ὅπως ὁ πάντοτε νυκτερινὸς μαθητὴς Νικόδημος.
.     Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς σωματικῶς τυφλούς, ἄλλοι μὲν ἐπέτυχαν τὴν ἴαση μόνο μὲ λόγον, ὅπως ὁ Βαρτιμαῖος, ἄλλοι δὲ καὶ μὲ ἔργον, (διότι μέσα στοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ Βηθσαϊδά, ἔβαλε καὶ ἀπὸ τὸ πτύσμα του, ἐπειδή, καθὼς φαίνεται, αὐτὸς εἶχε μὲν βλέφαρα, ἀλλὰ κενά, ἀφοῦ εἶχαν ἀδειάσει ἀπὸ τὸ ὑγρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, τὸ ὁποῖο καὶ ἀνεπληρώθη τότε μὲ τὸ θεῖον πτύσμα, ἐνῶ ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς οὔτε βλέφαρα εἶχε, γι’ αὐτὸ καὶ ἐχρειάσθη αὐτὸ τὸ χωμάτινο μίγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδέχθη ἀπὸ τὰ δάκτυλα τοῦ Κυρίου ὑπὸ μορφὴν ζυμωμένου πηλοῦ). Καθὼς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς κατὰ τὸ σῶμα τυφλούς, ἄλλοι μέν, ὅπως εἶπα, ἔλαβαν μόνο μὲ λόγον τὴν ἴαση, ἄλλοι δὲ καὶ μὲ πράξη, ἔτσι καὶ ἐκείνων ποὺ ἔλαβαν τὴν ἴαση τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἡ μετάθεση ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη: ὁρισμένοι χρειάσθηκαν καὶ θαύματα γιὰ νὰ πιστεύσουν, ὅπως συνέβη καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο γιὰ νὰ ἐρωτήσουν «σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;», ἐνῶ ἄλλοι ἔλαβαν μὲ μόνον τὸν λόγο, πιστεύοντας ἀπὸ μόνον τὴν ἀκοή, ὅπως καὶ ὁ ἑκατόνταρχος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος διεκήρυξε ὅτι ὑπερέχει τῶν Ἰσραηλιτῶν κατὰ τὴν πίστη.
.     Τέτοιοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ σύμφωνα μὲ ὅσα μᾶς εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Ματθαῖος, ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Χριστὸν τὴν σωματικὴ ἀνάβλεψη. Διότι εἶναι φανερὸ ὅτι εἶχαν πιστεύσει καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ ὅμως ἦσαν τυφλοί, βεβαίως ἐξ ἀκοῆς ἐπίστευσαν. Διότι λέγει ὅτι καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες καὶ λέγοντες: «ἐλέησον ἡμᾶς υἱὲ Δαβίδ». Πῶς λοιπὸν θὰ ἀκολουθοῦσαν καὶ πῶς ἀκολουθώντας θὰ ζητοῦσαν, καὶ μάλιστα μὲ κραυγές, τόσο μεγάλη ἐλεημοσύνη, τὴν ἀνάβλεψη τῶν ὀφθαλμῶν τους, ἐὰν δὲν εἶχαν πιστεύσει;
.     Ἀλλὰ τὴν πίστη τῶν τυφλῶν τὴν φανερώνουν καὶ τὰ ἀκόλουθα: «Καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ», Ἀπὸ ποῦ ἀπὸ ἐκεῖ;, καὶ γιὰ ποιό λόγο τὸ ἀναφέρει αὐτὸ ὁ Εὐαγγελιστής, καὶ ὄχι μόνον ἐδῶ ἀλλὰ καὶ λίγο παραπάνω, ὅταν λέγει: «Παράγων (δηλαδὴ περνώντας) ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν, εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον», αὐτὸν τὸν Εὐαγγελιστή, τὸν ὁποῖον ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ μὲ μόνον τὸν λόγον μετεμόρφωσε. Ἐγὼ λοιπὸν θεωρῶ ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ λέγει αὐτὸ γιὰ νὰ δώσει ἀφορμὴ στοὺς συνετοὺς ἀκροατὲς νὰ ἐκλαμβάνουν καὶ ἀναγωγικῶς τὰ ἐξιστορούμενα. Ἐὰν δηλαδὴ κανεὶς τὰ ἐξετάσει ἐπακριβῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδεῖ ὅτι ἡ ἱστορία αὐτὴ περιγράφει συνοπτικῶς καὶ ἀνακηρύττει θαυμασίως ὅλη τὴν διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως οἰκονομίαν τοῦ Δεσπότου.
.     Πράγματι, ὁ Κύριος κατοικία εἶχε τὴν Καπερναούμ. Διότι λέγει «ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν», καὶ ἡ πρόσκαιρος αὐτὴ κατοικία ὁπωσδήποτε ἦταν τύπος τοῦ οὐρανοῦ, ἀφοῦ ἔφερε μέσα της Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει: «καὶ σὺ Καπερναοὺμ ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα». Ὁ Κύριος, λοιπόν, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὅπως ἀπὸ τὴν οἰκίαν ἐκείνη «καὶ παράγων ἐκεῖθεν», διῆλθε δηλαδὴ ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐὰν μὲν ἐννοήσεις τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ εὕρεις ὅτι καὶ τοὺς Ἀποστόλους ἐξέλεξε καὶ τὴν τάση τῆς φύσεώς μας πρὸς ἀκαθαρσίαν ἐθεράπευσε. Ἐὰν δὲ ἐννοήσεις ὅτι διήρχετο ἀπὸ τὴν οἰκία τῆς Καπερναούμ, θὰ τὸν εὕρεις ὅτι ἐφανέρωσε τὰ προλεχθέντα μὲ ἔργα. Διότι καὶ τὸν Ματθαῖο μετέτρεψε τότε ἀπὸ τελώνη σὲ Ἀπόστολο καὶ τὴν αἱμορροοῦσα ἐθεράπευσε διερχόμενος ἀπὸ ἐκεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἦλθε μέχρι τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰαείρου, ποὺ εἶχε ἀποθάνει, καὶ μὲ τὴν ζωοποίησή της ἀνέδειξε τὸν ἑαυτό του νικητὴ τοῦ θανάτου, ἐπανέρχεται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐξῆλθε. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν καὶ διερχόμενος πάλι ἀπὸ ἐκεῖ, ἀνοίγει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολούθησαν. Ἔπραξε δηλαδὴ ὅπως τότε ποὺ διήνοιξε τὸν νοῦ τῶν μαθητῶν του, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὶς Γραφές: ἀφοῦ κατέβη ὁ ἴδιος μέχρι τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του κατήργησε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, ἐπανῆλθε καὶ διήρχετο ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξῆλθαν καὶ τὸν ἐκήρυξαν σὲ ὅλη τὴν γῆ, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ γιὰ τοὺς τυφλούς, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀνέβλεψαν, ὅτι «ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ». Βλέπετε μὲ πόση σαφήνεια διαγράφεται ὅλη σχεδὸν ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὴν ἱστορία αὐτή. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ «παράγων ἐκεῖθεν» ἐλέχθη δύο φορές, γιὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἐπάνοδό του. Καὶ μάλιστα κατὰ μίμηση αὐτῆς τῆς ἐξόδου καὶ ἐπανόδου, καὶ ὁ ἱερεύς, ἀφοῦ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ἅγιον Βῆμα καὶ κατεβεῖ μέχρι τὸ χαμηλότερο σημεῖο, ἐπανέρχεται πάλι καὶ ἀποκαθίσταται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐξῆλθε.
.     Καθὼς λοιπὸν ὁ Κύριος διήρχετο κατὰ τὴν ἐπάνοδο, τὸν ἠκολούθησαν δύο τυφλοί, οἱ ὁποῖοι ὑποτύπωναν τοὺς δύο λαούς, τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν Ἐθνικῶν. Καὶ ἔκραζαν λέγοντας «ἐλέησον υἱὲ Δαυίδ», δεικνύοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ προφητευόμενος καὶ προσδοκώμενος. Ὁ δὲ Κύριος ἐκπληρώνοντας καὶ τὴν ὑποτύπωση τῆς οἰκονομίας, καὶ δοκιμάζοντας ἀλλὰ καὶ φανερώνοντας τὴν πίστη τῶν τυφλῶν, τοὺς προσπερνᾶ σιωπηλὸς μέχρι νὰ εἰσέλθει στὴν οἰκία ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε ἐξέλθει στὴν ἀρχή. Ἔπειτα λέγει πρὸς αὐτούς: «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Καὶ αὐτοὶ τοῦ ἀπαντοῦν «ναί, Κύριε». Καὶ δὲν ἐρωτᾶ, ἐπειδὴ ἀγνοεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερώσει σὲ ὅσους ἀγνοοῦν τὴν πίστη τῶν τυφλῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀφοῦ ἔψαυσε τοὺς ὀφθαλμούς των, προσέθεσε «κατὰ τὴν πίστιν ἡμῶν γενηθήτω ὑμῖν», καὶ ἀνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τους, μαρτυρώντας καὶ ὅτι ἐκεῖνοι τὸν εἶχαν πιστεύσει, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὐτὸς ἦταν ὅπως τὸν ἐπίστευσαν, Θεὸς δηλαδὴ μαζὶ καὶ ἄνθρωπος. Διότι ὡς ἄνθρωπος μὲν ἦταν υἱὸς τοῦ Δαυὶδ καὶ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ἔψαυσε τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ αἰσθητῶς ὁμίλησε. Ὡς Θεὸς δὲ καὶ Δημιουργὸς ἐφώτισε τοὺς σκοτεινοὺς ὀφθαλμούς. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν ἀκόμη καιρὸς νὰ γίνει φανερὸς σὲ ὅλους, διότι αὐτὸ ἐπεφυλάσσετο γιὰ μετὰ τὸ Πάθος καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του, τοὺς ἐπιτίμησε λέγων, «ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους μὲ πολλὴ σφοδρότητα νὰ ἀποσιωπήσουν τὸ γεγονός. «Οἱ δὲ ἐξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αὐτὸν ἐν ὅλῇ τῇ γῇ ἐκείνῃ». Ὅπως φαίνεται, ἐὰν δὲν τοὺς εἶχε παραγγείλει νὰ σιωπήσουν, θὰ γίνονταν καὶ παγκόσμιοι κήρυκες τῆς δυνάμεώς του. Ἐπειδὴ ὅμως διετάχθησαν, ἀπέφυγαν μὲν νὰ πορευθοῦν μακριά, δὲν βάσταξαν ὅμως νὰ μὴν κηρύξουν στοὺς πλησίον χώρους. Ὥστε οἱ τυφλοὶ ποὺ ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν, ἐφωτίσθησαν τελείως ὄχι μόνον κατὰ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ψυχή.
.     Ἂς ἀκολουθήσουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀδελφοί μου, τὸ φῶς, ποὺ φωτίζει καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα. Ἂς βαδίσουμε πρὸς τὴν λάμψη του καὶ «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν». Ἂς Τὸν δοξάσωμε μὲ ἔργα ἀγαθὰ καὶ ἂς βοηθήσουμε ὅσους μᾶς βλέπουν νὰ Τὸν δοξάζουν καὶ αὐτοί. Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ ἀντίθετο σκότος, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ προστάτης τῆς ἁμαρτίας διάβολος. Ἐκεῖνο τὸ φῶς, ὡς ἥλιος ποὺ εἶναι τῆς καθολικῆς δικαιοσύνης, σωφροσύνης, εἰρήνης, συμπαθείας, ἀνεξικακίας, ἀγάπης καὶ γενικῶς κάθε ἀρετῆς, καθιστᾶ μετόχους αὐτοῦ ὅσους τὸν ποθοῦν. Ἐνῶ τὸ ἀντίθετο σκότος, ὡς σκότος κακίας ποὺ εἶναι, καθιστᾶ ὅσους τὸ πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησικάκους, ἀσπλάχνους, ἀτάκτους, ἅρπαγες καὶ γενικῶς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι εἰπέ μου, ἀπὸ ποῦ θὰ διακρίνουμε τὸν πιστὸ ἀπὸ τὸν ἄπιστο, τὸν φωτισμένο ἀπὸ τὸν ἀφώτιστο, μὲ ἄλλα λόγια, τὸν βαπτισμένο κατὰ Χριστὸν καὶ συντεταγμένο μὲ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν ἀβάπτιστο καὶ συντεταγμένο μὲ τὸν διάβολο; Ὄχι ἀπὸ τοὺς λόγους, ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα, ὄχι ἀπὸ τοὺς τρόπους;
.     Ἐὰν λοιπὸν κάποιος ἐξομοιώνεται σ’ αὐτὰ μὲ τοὺς ἀφώτιστους, ἂν καὶ λέγει ὅτι εἶναι βαπτισμένος κατὰ Χριστόν, εἶναι σαφὲς ὅτι δὲν ἔχει πάψει νὰ ἀνήκει στὴν συμμορία ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος λέγει: «Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι (ὅτι τὸν γνωρίζουν δηλαδή), τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς, καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι». Ποῦ λοιπόν, εἰπέ μου, θὰ κατατάξουμε αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν καὶ συγχρόνως ἀρνοῦνται τὸν Θεό; Μὲ τοὺς πιστούς; Μὲ τὰ ἔργα ὅμως τὸν ἀρνοῦνται. Μὲ τοὺς ἀπίστους; Ἀλλὰ μὲ τὴν γλῶσσα τὸν ὁμολογοῦν. Ὄντως πρόκειται γιὰ ἕνα διπρόσωπο τέρας ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ τὸ κατατάξεις κάπου. Ὁ ψαλμωδὸς Προφήτης ὅμως ἔχει ἤδη λύσει αὐτὴ τὴν ἀπορία λέγοντας: «ἀποδώσει Κύριος ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ». Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεφάνθη ὅτι αὐτός, ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους του καὶ δὲν τοὺς ἐκτελεῖ, εἶναι μωρός. Ὁ δὲ Παῦλος, ὁ Ἀπόστολος ποὺ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν οὐρανό, λέγει: «ἀποδώσει ὁ Κύριος τοῖς μὲν καθ’ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι, ζωὴν αἰώνιον. …ὀργὴ δὲ καὶ θυμὸς καὶ θλίψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πάσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν». Καὶ πάλιν «οὐχ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῶ, ἀλλὰ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται», καὶ «ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις;» Ὅπως δὲ ἀκριβῶς, ἀδελφοί, ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἔλεγε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι «περιτομὴ ὠφελεῖ ἐὰν νόμον πράττῃς, ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ἦς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονεν (σὰν νὰ μὴν εἶχες δηλαδὴ περιτμηθεῖ)», ἔτσι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο νὰ σᾶς εἰπῶ ὅτι ἡ πίστις ὠφελεῖ ἐὰν κανεὶς πολιτεύεται κατὰ συνείδησιν καὶ καθαίρει συνεχῶς τὸν ἑαυτό του μὲ ἐξομολόγηση καὶ μετάνοια, καὶ μετατρέπει σὲ ἔργο τὶς συνθῆκες τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἂν ὅμως δὲν ὑπακούσει στὴν συνείδησή του καὶ ἀθετεῖ τὶς συνθῆκες, ἡ πίστη του γίνεται ἀπιστία.
.     Διότι πῶς πιστεύσαμε ὅτι ἀφοῦ ἔχουμε βαπτισθεῖ θὰ σωθοῦμε; Ἐπειδὴ βεβαίως ἀκούσαμε τὸν Κύριο ποὺ εἶπε: ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ τὰ δύο αὐτὰ τὰ εἶπε Ἐκεῖνος, ἡ Αὐτοαλήθεια, τὸ νὰ πιστεύσουμε καὶ τὸ νὰ βαπτισθοῦμε, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθεῖ ὅποιος δὲν θέλει νὰ βαπτισθεῖ, ἔστω καὶ ἂν λέγει ὅτι δῆθεν πιστεύει, ὅπως καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν πιστεύει, ἔστω καὶ ἂν ἔχει βαπτισθεῖ. Ἀλλὰ κάθε βαπτισμένος θὰ εἰπεῖ ὅτι πιστεύει. Θὰ ἀκούσει ὅμως ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο: «δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος συνδέει τὴν πίστη μὲ τὸ Θεῖον Βάπτισμα, συνάπτοντας τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του μὲ τὸ Βάπτισμα, διὰ τῆς πίστεως. Διότι ἀφοῦ εἶπε προηγουμένως: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει», ἔπειτα προσέθεσε «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται». Τί λοιπὸν λέγει στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἐκηρύχθη ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους του, καὶ τί πρέπει νὰ πιστεύομε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουν οἱ ὑπήκοοί του; Ὁπωσδήποτε ὅτι ὅποιος ἔχει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς πράττει καὶ τὶς τηρεῖ, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ὅτι μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ζωὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουμε τὴν σωτηρία. Καὶ «ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη (ἡ ἀρετὴ δηλαδὴ) ἡμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Διότι αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ τοὺς πρόσταξε νὰ κηρύττουν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου.
.     Ὅποιος λοιπὸν ἀγωνίζεται νὰ τηρεῖ τὶς Θεῖες Ἐντολές, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ πιστεύει. Ἐνῶ ὅποιος δὲν ἀγωνίζεται νὰ τὶς πράττει καὶ νὰ τὶς τηρεῖ, καὶ δὲν θεωρεῖ ζημία τὸ νὰ μὴν τὶς τηρεῖ, οὔτε ἐπαναφέρει τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν μετάνοια στὴν τήρηση τῶν Θείων Ἐντολῶν, δὲν θὰ σταθεῖ οὔτε μαζὶ μὲ τοὺς βαπτισμένους, ἔστω καὶ ἂν λέγει ὅτι ἔχει βαπτισθεῖ. Διότι λέγει «διχοτομήσει αὐτόν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει». Ἀλλὰ αὐτὸ γιὰ ἐμᾶς μὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀπειλή, ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης ἀναμένει φιλανθρώπως τὴν μετάνοιά μας. Ἐνῶ τοὺς Ἰουδαίους τοὺς διχοτόμησε ἀπὸ ἐδῶ, πρὸς σωφρονισμὸ ἰδικόν μας, καὶ τοὺς ἀπαλλοτρίωσε ἀπὸ τὴν πρὸς Αὐτὸν καὶ τὸν Ἀβραὰμ συγγένεια, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς ὑμῶν, τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ θέλετε ποιεῖν». Καὶ πάλιν: «εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ὅτι δὲ αὐτοὶ ἦσαν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἀβραάμ, ποῖος δὲν τὸ γνωρίζει; Ἐὰν λοιπὸν ἡ διαφοροποίηση τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων καταργεῖ καὶ τὴν κατὰ σάρκα συγγένεια, καὶ ἀπομακρύνει καὶ τοὺς ἐξ αἵματος υἱοὺς ἀπὸ τὴν υἱότητα, πῶς ἡ διὰ τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων μας ἀνομοιότης πρὸς Αὐτὸν δὲν θὰ ἀποξενώσει ἀπὸ τὴν Θείαν υἱοθεσίαν, ἐμᾶς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀναγάγωμε οὔτε τὴν κατὰ σάρκα γενεαλογία μας στὸν Χριστό, καὶ δὲν θὰ καταλήξει νὰ μᾶς συντάξει μαζὶ μὲ τὸν νοητὸ ἐχθρό;
.     Αὐτὰ ὅμως καὶ ὁ Κύριος ἀπὸ φιλανθρωπία κατηξίωσε νὰ τὰ εἰπεῖ, καὶ τολμοῦμε νὰ τὰ λέγωμε πρὸς ἐσᾶς καὶ ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποκείμεθα στὰ ἴδια πάθη, ὥστε νὰ μὴν τὰ πράττουμε. Νὰ μὴν τὰ πάθουμε, γιὰ νὰ μὴν καταστήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ὑπευθύνους γιὰ τὴν καταδίκη ἐκείνων ποὺ ὁριστικῶς θὰ ἀποβληθοῦν. Διότι εἶναι δυνατὸν ἐδῶ, ὄχι μόνον νὰ ἀποφύγουμε αὐτὰ μὲ τὴν μετάνοια, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν καρπῶν τῆς μετανοίας νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ ἀφομοιωθοῦμε μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ «ἐξάγει ἀξίους ἐξ ἀναξίων», καὶ νὰ τοὺς υἱοποιεῖ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του μὲ τὸν ὕψιστον Πατέρα, καὶ νὰ τοὺς καθιστᾶ κληρονόμους καὶ συγκληρονόμους τῆς δόξης καὶ τῆς Βασιλείας Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Πατρός.

Ἀμήν.

 ΕΠΕ, Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ τόμ. 10, σελ. 250 /Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελίδες 191 κ. ἑξ.

ΠΗΓΗ: «Ὀρθόδοξη Πορεία»
(Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς)

  /http://christianvivliografia.wordpress.com

Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ (Ματθ. 9, 27-35) Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

E-mail Εκτύπωση PDF



«Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυίδ»

Πολλὰ θαύματα ἔγιναν μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος, ὅταν πήγαινε πρὸς τὸ πάθος Του, εἶπε: «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω» (Ἰωάν. 14,13). Ἐπίσης, ὅταν ἀναλαμβανόταν στοὺς οὐρανοὺς κι ἔδιδε τὶς τελευταῖες ὑποθῆκες στοὺς μαθητές Του, πάλι τοὺς τόνισε: «Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς...» (Μάρκ. 16,17). Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ θὰ ἔκαναν θαύματα οἱ Ἀπόστολοι. Πράγματι ἔτσι ἔγινε. Τὸν χωλὸ ποὺ καθόταν ἔξω ἀπ’ τὸ Ναό, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης τὸν θεράπευσαν ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 3,6). Ἂς δοῦμε μὲ ἁπλᾶ λόγια τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας.



Τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ

Σήμερα ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο τοὺς δύο τυφλοὺς νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ζητοῦν ἀπ’ Αὐτὸν νὰ τοὺς ἐλεήσει (Ματθ. 9,27). Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει πὼς δὲν πῆγαν ἁπλῶς νὰ συναντήσουν τὸ Χριστό, «ἀλλὰ μεγάλα βοῶντες καὶ οὐδὲν ἕτερον ἢ ἔλεον προβαλλόμενοι», δηλαδὴ φώναζαν πολὺ δυνατά, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τίποτε ἄλλο δὲ ζητοῦσαν παρὰ νὰ ἐπιδείξει ἔλεος σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς. Τὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἀνθρώπινο, ἀλλὰ θεῖο καὶ οὐράνιο. Δὲ δόθηκε στὸ Χριστὸ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπ’ τὸν οὐράνιο Πατέρα Του (Ματθ. 1,21). Εἶναι τὸ γλυκὺ μελέτημα τοῦ νοῦ, τῆς γλώσσας καὶ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ἀναφέρει πὼς κάποιος Χριστιανὸς πέθανε πάνω στὸν τάφο τοῦ Κυρίου φωνάζοντας «Ἰησοῦ Χριστέ, γλυκεῖα ἀγάπη». Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ φανερώνονται μέσα στὰ ὀνόματα, ὅπως π.χ. σοφία, εἰρήνη, χαρά, Κύριος, Βασιλεύς, Θεὸς κ. ἄ. Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀφηρημένη, ἀλλ’ ἀπευθύνεται σ’ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ ἔχει ὄνομα κι εἶναι ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ μπορεῖ ν’ ἀγαπήσει καὶ νὰ ἔλθει σ’ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους. Αὐτὸ τὸ πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἦλθε σ’ ἐπικοινωνία μαζί μας, μᾶς ἀγάπησε, ἔγινε ἄνθρωπος παρομοιοπρόσωπος μέ μᾶς.

Τὸ ὄνομά Του συνδέεται μὲ τὴ σωτηρία μας. Κάτω ἀπὸ τὸ ὄνομα αὐτὸ θὰ βροῦμε τὴ σωτηρία μας, εἶπαν οἱ Ἀπόστολοι στοὺς ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ (Πράξ. α,ι΄ 2). Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς ἔχει περιεχόμενο ἀνεξάντλητο. Εἶναι ὀντολογικὰ συνδεδεμένο μ’Αὐτόν. Εἶναι ἕνα κανάλι μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔρχεται χάρη σέ μᾶς καὶ γεμίζει ὅλο τὸ εἶναι μας μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μᾶς μεταδίδει ζωὴ καὶ δύναμη.



Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ

Ἡ ἐπίκληση τῶν δύο τυφλῶν, δηλαδὴ «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυίδ» (Ματθ. 9,27), εἶναι μιὰ παραλλαγὴ τῆς γνωστῆς προσευχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς» ποὺ συνηθίζουμε νὰ χαρακτηρίζουμε ὡς εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ εὐχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐφεύρεση τῶν μοναχῶν, ἀλλ’ ὅπως εἴδαμε παραπάνω, τὴν προσευχὴ αὐτὴ τὴ συνέστησε ὁ Χριστὸς καὶ τὴ χρησιμοποίησαν οἱ Ἀπόστολοι. Εἶναι ἕνα μαστίγιο ἐναντίον τῶν δαιμόνων: «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ κρύβει μέσα της τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι Υἱὸς τοῦ Πατέρα καὶ τὸ ἔλεος καὶ ἡ χάρη ἔρχεται σὲ μᾶς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ εὐχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ποὺ συνεχῶς τὴ χρησιμοποιεῖ, δύναμη, ἐγρήγορση, καθαρότητα νοῦ, τὸ χάρισμα τῶν ζωοποιῶν δακρύων, ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας, πόθο γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ γενικὰ συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό.



Ἡ χρησιμοποίηση τῆς εὐχῆς

Γιὰ νὰ μπορέσει νὰ καρποφορήσει ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, θὰ πρέπει νὰ ταπεινώσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ν’ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστό. Ἕνας ἁγιορείτης ἔλεγε πώς, ὅταν λέμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς», νὰ τονίζουμε τὸ ρῆμα, δηλαδὴ «ἐλέησον ἡμᾶς», ὅπως τὸ τόνιζαν οἱ σημερινοὶ τυφλοί τοῦ Εὐαγγελίου. Νὰ ταπεινώνουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ κλαῖμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ν’ ἀναγνωρίζουμε στὸ Θεὸ τὴν προτεραιότητα στὴ ζωή μας κι ἔτσι θὰ ἔχουμε καρποφορία μέσα μας. Ὅταν λέμε τὰ λόγια μὲ μιὰ πνευματικὴ ξηρότητα καὶ χωρὶς ν’ ἀγαπᾶμε Αὐτὸν ποὺ ἐπικαλούμεθα, τότε δὲν μποροῦμε νὰ καρποφορήσουμε πνευματικά. Ἡ χωρὶς προσοχὴ προσευχὴ ἀφήνει μέσα μας ἕνα κενό.



Ἀδελφοί μου,

Τὰ λόγια ποὺ εἶπαν οἱ τυφλοί, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς ἦταν ἕνα θερμὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς» κι ὅμως βρῆκαν ἕνα ἀχανὲς πέλαγος σωτηρίας. Ἂς προσευχηθοῦμε κι ἐμεῖς λέγοντας τὴν εὐχὴ ζωντανά, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός.

Φωνή Κυρίου, 2002
/http://www.agiazoni.gr

Πού παραδινόμαστε; (Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης)

E-mail Εκτύπωση PDF

agios-ioannis-tis-krostandis2Την ζωή μας την έχουμε κάνει παιδικό παιχνίδι· όχι όμως αθώο, αλλά αμαρτωλό. Γιατί, ενώ γνωρίζουμε τον σκοπό της ζωής μας, τον παραμελούμε και ασχολούμαστε με μάταια και άσκοπα ζητήματα.

* Παραδινόμαστε στην απόλαυση των ενδυμάτων, αντί να σκεπάζουμε άνετα και ευπρεπώς το σώμα μας και έτσι να το προστατεύουμε από επιβλαβείς επιδράσεις.

* Παραδινόμαστε στην απόλαυση του χρυσού και του αργύρου, θαυμάζοντάς τα στα θησαυροφυλάκια. Αντί να το χρησιμοποιούμε μόνον για τις πραγματικές μας ανάγκες και να δίνουμε τα τυχόν περισσεύματα σε όσους έχουν ανάγκη.

* Παραδινόμαστε στην απόλαυση των κατοικιών μας. Αντί να έχουμε απλώς ασφαλή, άνετη και ευπρεπή στέγη για την προστασία μας από τα στοιχεία της φύσης.

* Παραδιδόμαστε στην απόλαυση των διανοητικών μας χαρισμάτων, του νου και της φαντασίας και τα μεταχειριζόμαστε για να υπηρετήσουμε απλώς την αμαρτία και την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Αντί να χρησιμοποιήσουμε αυτά, προ παντός, για να γνωρίσουμε τον Πάνσοφο Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου για προσευχή· για ικεσία για δοξολογία του Θεού· και για να εσωτερικεύσουμε αμοιβαία αγάπη και σεβασμό.

* Παραδινόμαστε στην απόλαυση της γνώσεως της κοσμικής ματαιότητας και για την απόκτηση της γνώσεως αυτής δαπανούμε πολύτιμο καιρό, ο οποίος μας δόθηκε για να ετοιμασθούμε για την αιωνιότητα.

* Παραδινόμαστε στην απόλαυση ωραίων ανθρωπίνων προσώπων και πολλές φορές τα μεταχειριζόμαστε για ικανοποίηση των παθών μας.

* Παραδινόμαστε, τέλος, στην απόλαυση των εαυτών μας, με το να θεωρούμε είδωλα τους εαυτούς μας, ενώπιον των οποίων υποκλινόμαστε (και θαυμάζουμε!). Και, επιπλέον, περιμένουμε (και κάποτε απαιτούμε!) και οι άλλοι να υποκλίνονται).

Ποιός μπορεί, με τρόπο ικανοποιητικό, να περιγράψει και να θρηνήσει τη μεγάλη ματαιότητα και αθλιότητα, στις οποίες εκούσια ρίχνουμε τους εαυτούς μας;

Ποιά απάντηση θα δώσουμε στον αθάνατο Βασιλέα Χριστό, τον Θεό μας, ο Οποίος θα έλθει πάλι για να κρίνει ζώντες και νεκρούς; Και να αποκαλύψει τις κρυμμένες σκέψεις όλων των καρδιών και να λάβει από μας απάντηση και απολογία για κάθε λόγο και έργο μας;

Αλλοίμονο σε μας, οι οποίοι φέρομε το όνομα του Χριστού, δεν ακολουθούμε όμως την διδασκαλία του Ευαγγελίου! Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, ο Οποίος μας προσκαλεί συνεχώς κοντά του και μας ενισχύει ποικιλοτρόπως σε αυτή μας την πορεία.

πηγή: Η εν Χριστώ ζωή

αναδημοσίευση από: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας/ VatopaidiFriend

Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 30 Ιούλιος 2011 13:05

Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς...(Γιάννης Ρίτσος)

E-mail Εκτύπωση PDF

ellada2Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος
σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο...

Γ. Ρίτσος - Καπνισμένο Τσουκάλι  http://euroklydon.blogspot.com

Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 30 Ιούλιος 2011 13:09

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

E-mail Εκτύπωση PDF
agiospanteleimon2Τὸν καιρὸ ποὺ τὰ μαῦρα σύννεφα τῆς εἰδωλολατρείας σκέπαζαν ἀπειλητικὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη, στὰ τέλη δηλαδὴ τοῦ τρίτου αἰώνα μετὰ Χριστόν, γεννήθηκε στὴ Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης ἦταν ὁ φοβερὸς διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Μαξιμιανός.
Ὁ πατέρας του λεγόταν Εὐστόργιος καὶ ἦταν εἰδωλολάτρης ἀξιωματοῦχος, μέλος τῆς συγκλήτου. Ἡ μητέρα του λεγόταν Εὐβούλη καὶ ἦταν θερμὴ Χριστιανή. Τὸ ὄνομα ποὺ ἔδωσαν στὸ παιδί τους ἦταν Παντολέον.
Ὁ Παντολέον ἦταν πολὺ ἔξυπνος, εὐγενικός, ἐπιμελής, ταπεινὸς καὶ πράος, γεμάτος ἀρετή, παρ’ ὅλο ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχε βαπτιστεῖ Χριστιανός. Ὅταν μεγάλωσε, ὁ πατέρας του τὸν παρέδωσε σ’ ἕνα φημισμένο γιατρό, τὸν Εὐφρόσυνο , γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Σὲ λίγο καιρὸ ὁ Παντολέον ξεπέρασε ὅλους τους συνομήλικούς του στὴν μόρφωση καὶ ὅλοι μιλοῦσαν μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸ χαρακτήρα του. Ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας, μαθαίνοντας γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἐξυπνάδα του, τὸν προόριζε γιὰ νὰ γίνει γιατρὸς στὸ παλάτι, ὁ γιατρὸς τῶν ἀνακτόρων.
Τὸν ἴδιο καιρὸ ὁ γέροντας ἱερέας τῆς Νικομήδειας Ἐρμόλαος, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κάλεσε στὸ σπίτι ποὺ κρυβόταν τὸν Παντολέοντα γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει. Ἀφοῦ συνομίλησαν γιὰ πολλὴ ὥρα, ὁ Ἐρμόλαος κατενθουσιάστηκε ἀπὸ τὶς ἀρετὲς ποὺ κοσμοῦσαν τὸ νέο καὶ ἀποφάσισε νὰ τοῦ γνωρίσει τὴν πίστη στὸ Χριστό. Ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἀνάμεσά τους μιὰ ἄριστη πνευματικὴ σχέση. Ὁ Παντολέον ἐπισκεπτόταν καθημερινὰ τὸν Ἅγιο Ἐρμόλαο καὶ ἀπολάμβανε τοὺς Χριστιανικούς του λόγους. Στερεωνόταν ἔτσι, σιγὰ - σιγὰ,  στὴν ἀληθινὴ πίστη.
Ἕνα ἐντυπωσιακὸ γεγονὸς κάνει τὸν Παντολέοντα νὰ πάρει τὴ σοβαρὴ καὶ γενναία ἀπόφαση νὰ δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, νὰ γίνει Χριστιανός. Ἐνῶ περπατοῦσε στὸν δρόμο συνάντησε ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ δάγκωσε μία ὀχιὰ καὶ πέθανε. Λέει λοιπὸν στὸν ἑαυτό του: Θὰ προσευχηθῶ στὸ Χριστὸ νὰ ἀναστήσει αὐτὸ τὸ παιδὶ καὶ ἂν πράγματι τὸ παιδὶ ἀναστηθεῖ, ἐγὼ πιὰ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ καθυστερῶ τὴν βάπτισή μου, θὰ γίνω Χριστιανός, θὰ πιστέψω ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὰ σκέφτηκε καὶ προσευχήθηκε θερμὰ στὸν Κύριο. Ἀμέσως τὸ παιδὶ ζωντάνεψε καὶ τὸ φίδι πέθανε.
Γεμάτος χαρὰ ὁ Παντολέον τρέχει στὸ γέροντα Ἐρμόλαο, τοῦ διηγεῖται τὸ θαῦμα καὶ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν βαπτίσει. Καὶ ὁ Ἐρμόλαος, ἐπειδὴ γνώριζε ποιὸς ὁδηγεῖται στὴν τελειότητα, γεμάτος συγκίνηση ὁδήγησε στὸ φωτισμὸ τοῦ Θείου Βαπτίσματος τὸν Παντολέοντα.
Ἀπὸ τότε ὁ Παντολέον ἔγινε ἀνάργυρος ἰατρός. Θεράπευε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοὺς ἀσθενεῖς, χωρὶς νὰ παίρνει καθόλου χρήματα. Ἀκόμη, ὅταν εὕρισκε φτωχοὺς τοὺς βοηθοῦσε ποικιλότροπα, δίνοντάς τους χρήματα καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα εἴδη. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐντυπωσιακὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου ἦταν ἡ θεραπεία ἐνὸς τυφλοῦ, μὲ τὴ δύναμη καὶ πάλι τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ μας, τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ θαυμαστὲς θεραπεῖες τοῦ Ἁγίου προκάλεσαν τὸ θαυμασμὸ τῶν κατοίκων τῆς Νικομήδειας, ἀλλὰ καὶ τὸ μίσος καὶ τὸ φθόνο τῶν ἄλλων ἰατρῶν τῆς πόλης. Οἱ τελευταῖοι κατάγγειλαν τὸν Παντολέοντα στὸν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό, τὸν φοβερὸ αὐτὸ διώκτη τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ὁ Μαξιμιανὸς κάλεσε τὸν Ἅγιο στὰ ἀνάκτορα γιὰ νὰ ζητήσει ἐξηγήσεις. Ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε μὲ θάρρος ὅτι εἶναι Χριστιανός. Ὁ αὐτοκράτορας στὴν ἀρχὴ προσπάθησε νὰ τὸν πείσει μὲ διάφορες κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Παντολέον ὅμως ἔμεινε πιστὸς καὶ ἀκλόνητος. Δὲν ἀρνήθηκε. Δὲν πρόδωσε τὸ Χριστό.
Ὁ αὐτοκράτορας ἐξαγριωμένος, διέταξε φοβερὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ κλονίσει τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν ἐξαναγκάσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα.
Οἱ στρατιῶτες τοῦ αὐτοκράτορα, ἄρχισαν νὰ τοῦ ξέουν τὴ σάρκα μὲ μαχαίρια καὶ νὰ καῖνε τὶς πληγὲς μὲ λαμπάδες. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἦλθε σὲ βοήθεια τοῦ Ἁγίου καὶ τοῦ θεράπευσε τὶς πληγές, φωτίζοντάς τον μὲ ἀστραπές. Στὴ συνέχεια ἔβαλαν τὸν Παντολέοντα μέσα σὲ ἕνα καζάνι ποὺ ἔβραζε. Μὲ τὴ βοήθεια ὅμως καὶ πάλι τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος ἔμεινε σῶος καὶ ἀβλαβὴς καὶ ἡ φωτιὰ θαυματουργικὰ ἔσβησε. Ἀκολούθως βύθισαν τὸν Ἅγιο στὰ βάθη τῆς θάλασσας, ἀφοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμό του μιὰ τεράστια πέτρα. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἔκανε τὴν πέτρα πιὸ ἐλαφριὰ ἀπὸ φύλλο καὶ ἔδωσε στὸν Παντολέων τὴν δύναμη νὰ περπατᾶ πάνω στὰ νερά. Ἔτσι σῶος καὶ ἀβλαβής, βγῆκε στὴ στεριά. Στὴ συνέχεια ἔρριξαν τὸν Ἅγιο σὲ πεινασμένα ἄγρια θηρία. Ὅμως τὰ ζῶα, ἀντὶ νὰ τὸν κατασπαράξουν, ἔγλειφαν ἤρεμα καὶ εἰρηνικὰ μὲ τὴ γλώσσα τους τὰ πόδια του, κουνόντας τὶς οὐρές τους.
Ἔκπληκτος ἀλλὰ καὶ ἐξαγριωμένος ὁ ἡγέμονας, διατάσσει τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Ἁγίου. Θαυματουργικὸς τὸ ξίφος λυγίζει καὶ ἀντὶ αἷμα τρέχει γάλα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτυρικὸ διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τοῦ Ἁγίου, ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπ’ τὸν οὐρανό. Ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Παντελεήμων, ποὺ σημαίνει τὸν Ἅγιο ποὺ ὅλους τους βοηθᾶ καὶ τοὺς ἐλεεῖ ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του.

Τὸ Τίμιο Σῶμα τοῦ Ἁγίου τάφηκε μὲ τιμὲς ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Ἡ ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη του τὴν 27η Ἰουλίου.

 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Ἀθλοφόρε Ἅγιε καὶ ἰαματικὲ Παντελεῆμον, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Χάριν ἔνθεον εἰσδεδεγμένος, ῥῶσιν ἄφθονον ἀεὶ παρέχεις, καὶ ψυχῶν τε καὶ σωμάτων τὴν ἴασιν, τοῖς τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προστρέχουσι, Παντελεῆμον ἐλέους θησαύρισμα. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. α’. Αὐτόμελον.
Μιμητὴς ὑπάρχων τοῦ ἐλεήμονος, καὶ ἰαμάτων τὴν χάριν παρ’ αὐτοῦ κομισάμενος, Ἀθλοφόρε καὶ Μάρτυς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ταῖς εὐχαῖς σου, τὰς ψυχικὰς ἠμῶν νόσους θεράπευσον, ἀπελαύνων τοῦ ἀεὶ πολεμίου τὰ σκάνδαλα, ἐκ τῶν βοώντων ἀπαύστως· Σῶσον ἡμᾶς Κύριε.

Μεγαλυνάριον.
Ρεῖθρα ἰαμάτων ὡς ἐκ πηγῆς, χάριτι θαυμάτων, βλύζει χρήζουσι δωρεάν, ὁ Παντελεήμων, ὁ πάνσοφος ἀκέστωρ· οἱ ῥώσεως διψῶντες, δεῦτε ἀρύσασθε.
Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 30 Ιούλιος 2011 13:14

Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Η κατάκριση είναι εγωϊσμός.....

E-mail Εκτύπωση PDF

efrem

Να αγαπάτε ο ένας τον άλλο και να μην πικραίνεσθε λόγω εγωισμού. Η ταπείνωση είναι ασφαλής οδηγός «δεν αφήνει αυτόν που την έχει να προσκρούσει σε υφάλους απροσεξίας και να συντριβεί» αλλά ως οδηγός φωτεινός οδηγεί άπταιστα επί του ασφαλούς.

Ο εγωισμός είναι το κάκιστο των κακών «αυτός μας δημιουργεί όλα τα σφάλματα, με τους ανυπότακτους λογισμούς. Φοβηθείτε τον και προσπαθείτε να απαλλαγείτε απ’ αυτόν, καθώς όσο μένει μέσα μας αχτύπητος, τόσο θα μας πληγώνει με ανάλογους πόνους».
«Παρακαλώ μην κατακρίνετε ο ένας τον άλλο, διότι είναι πέρα για πέρα εγωισμός» ας δικαιολογεί ο αδελφός του αδελφού το σφάλμα, κι αυτό είναι μαρτυρία ταπεινώσεως και αγάπης. Αυτός ο αδελφός που το κάνει αυτό θα βρει πολλή τη χάρη του Θεού «εκείνος όμως που κρίνει και σκανδαλίζει τον πλησίον του, πρέπει να γνωρίζει ότι όχι χάρη δε θα βρει, αλλά και αν κάτι έχει θα το χάσει, για να μάθει το μάθημα της ταπείνωσης διά του παθήματος».
Φοβηθείτε περισσότερο την εσωτερική κατάκριση, αυτή που γίνεται με τους λογισμούς κι αυτό, γιατί δεν έρχεται στο φως με τον προφορικό λόγο, που ενδέχεται να διορθωθεί απ’ αυτόν που την ακούει. Προσέξτε, λέω, την ένδοθεν κατάκριση, που ανεπαίσθητα μας ενοχοποιεί θανάσιμα και μας στερεί τη ζωή της θείας χάριτος και μας προσφέρει ως ποτό πικρότατο, την ψυχική νέκρωση.
Πόσα και πόσα δε μας λένε το ιερό Ευαγγέλιο και οι Πατέρες περί κατακρίσεως. Καλύτερα να πέσει από ψηλά, παρά από τη γλώσσα.
Εύχομαι η αγάπη και η ακατακρισία να βασιλεύουν σε όλες τις εκδηλώσεις μεταξύ σας, ώστε το Άγιο Πνεύμα να αναπαύεται στις ψυχές σας.
(από τις «Πατρικές Νουθεσίες» του Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Φιλοθέου)
 
Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 27 Ιούλιος 2011 14:22

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

E-mail Εκτύπωση PDF

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 Εμείς οι Χριστιανοί βρήκαμε σήμερα ξαπλωμένο σ' ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά σκεφθήκαμε ποτέ πόσο μεγάλη και βαρειά είναι αυτή η κληρονομιά; Αναλογισθήκαμε πως ρίζωσε στην αρχή και πως διαδόθηκε κατόπιν παντού, ώστε να φθάση μέχρι σήμερα και να φέρνη τόση μεγάλη ωφέλεια στην κοινωνία και να σώζη τόσα εκατομμύρια ψυχές;

Ε, λοιπόν, μάθε, αναγνώστα, οτι αυτό, που βρήκαμε εμείς έτοιμο, δεν ήταν εύκολο. Το δυσθεώρητο αυτό οικοδόμημα του Χριστιανισμού, για να γιγαντωθή έπρεπε να στηριχθήσε γερά θεμέλια. Και αυτά ήσαν οι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί. Αυτοί ξερίζωσαν την ειδωλολατρία και ρίζωσαν παντού την πίστι του Χριστού την αγία. Αλλά αυτό, καθώς καταλαβαίνεις, ήταν δυσκολώτατον.

1. Διότι η ειδωλολατρία ήταν θρησκεία που ικανοποιούσε όλα τα πάθη και όλες τις κατώτερες ορμές των ανθρώπων. Γι' αυτό άλλωστε ήταν ριζωμένη στα κατάβαθα του είναι τους. Λατρεύανε π.χ. στο πρόσωπο του Διός τον εγωισμό και τα καπρίτσια τους, στο πρόσωπο του Διονυσίου το μεθύσι, στο πρόσωπο της Ήρας τις συζυγικές απάτες και στο πρόσωπο της Αφροδίτης την ανηθικότητα. Την ακολασία την λατρεύανε επίσημα. Δεν την είχανε για αμαρτία, αλλά για αρετή. Αμαρτάνανε και νομίζανε οι ταλαίπωροι, πως αυτό άρεσε στο Θεό. Αρκεί να σκεφθή κανείς, οτι στην Κόρινθο μονάχα ο ναός της Αφροδίτης είχε χίλιες "ιερόδουλες!!".

Η Χριστιανική όμως Θρησκεία τα απαγόρευε αυτά αυστηρότατα και ζητούσε από τους οπαδούς της τα αντίθετα. Ζητούσε να είναι ταπεινοί " ο θέλων πρώτος είναι έστω πάντων έσχατος". Ζητούσε να είναι εγκρατείς " μέθυσοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι". Ζητούσε αγνότητα " έξω οι κύνες". Ζητούσε  α αποφεύγουν οι οπαδοί Τουμ όχι μόνο την ανήθικη πράξη, αλλά και το πονηρό βλέμμα " Πας ος αν ιδή γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτής, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού". Πως λοιπόν μπορούσανε αυτοί να αφήσουνε μιά τόσο εύκολη θρησκεία και να ακολουθήσουνε τη νεα, που ήταν τόσο αυστηρή;

Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 27 Ιούλιος 2011 14:16 Περισσότερα...

Για το Πνεύμα της Λύπης (Aββάς Κασσιανός)

E-mail Εκτύπωση PDF

Τί κακό προξενεί η λύπη στην ψυχή μας.

Ο πέμπτος αγώνας μας εστιάζεται στην αντίστα­ση που πρέπει να προβάλλουμε εναντίον του πάθους της λύπης. Γιατί, αν αφήσουμε τη λύπη να κυριεύει λίγο-λίγο την ψυχή μας, αυτή αμέσως, μόλις θα δίδεται κάποια αφορμή, θα μας αποσπά από τη Θεία Θεωρία και θα καταθλίβει το πνεύμα μας.
 Όταν η λύπη καταλάβει την ψυχή του ανθρώπου, δεν του επιτρέπει να προσεύχεται με την ίδια χαρά, ούτε να καταφεύγει στη μελέτη της Αγίας Γραφής, ώστε να βρει σ' αυτή φάρμακο και να θεραπευθεί.

Η λύπη μας εμποδίζει επίσης από το να είμα­στε ειρηνικοί και πράοι προς τους αδελφούς μας. Μας κάνει ανυπόμονους και σκληρούς, μας δυσκο­λεύει και δρα ανασταλτικά στην προσπάθειά μας για την εκτέλεση των πνευματικών καθηκόντων και υποχρεώσεών μας.

Αν αφήσει ο μοναχός την ψυχή του να παρα­δοθεί στη λύπη, αυτή τον κάνει σιγά-σιγά ανίκανο να αντιδρά πνευματικά και να αντιστέκεται στις επιθέσεις της. Γιατί αυτός θα έχει πλέον στερηθεί την ειρήνη της καρδιάς του και θα καταντήσει σαν τον τρελλό ή σαν τον μεθυσμένο. Και τελικά, αυτή θα τον συνθλίψει και θα τον ρίξει σε οδυνηρή απελπισία. 

Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 27 Ιούλιος 2011 14:32 Περισσότερα...

Περισσότερα Άρθρα...

Σελίδα 240 από 243

Βρίσκεσθε εδώ: Home